ΘΕΑΤΡΟ

Ροκ παράσταση για αντι-ροκ έργο

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στιγμιότυπο από την παράσταση «Τα στοιχειώδη σωματίδια», σε σκηνοθεσία Ζυλιέν Γκοσλέν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΖΥΛΙΕΝ ΓΚΟΣΛΕΝ
(ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ)
Τα στοιχειώδη σωματίδια
Σκηνοθ.: Ζυλιέν Γκοσλέν
Θέατρο: Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών)

Οπως με το μυθιστόρημα του Ουελμπέκ (1998) που δίχασε Γαλλία και Ευρώπη πριν από 19 χρόνια, έτσι και με τη διασκευή- σκηνοθεσία (2013) του τριαντάχρονου Ζυλιέν Γκοσλέν, είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς πού ακριβώς έγκειται το παρηγορητικό μεγαλείο αυτής της μετα-ανθρωπιστικής, μελοδραματικής, αλλά και τραγικής προβληματικής. Ουσιαστικά, βρισκόμαστε ενώπιον ενός ξεκαθαρίσματος λογαριασμού με τον μοντέρνο άνθρωπο και τα «επιτεύγματα» της Δύσης, από την έναρξη της τελευταίας φάσης τους, που άρχισε το 1968, μέχρι το μελλοντικό 2078.

Η τετράωρη παράσταση αρχίζει στα σκοτεινά με μια μελαγχολική, γυναικεία φωνή να εκφράζει σκέψεις, φόβους, συναισθήματα, να απαγγέλλει πιθανόν στίχους του συγγραφέα. Αιφνιδιαστικά, σαν εκκωφαντική έκρηξη, με υπόκωφα μπάσα να ταράζουν κερκίδες και σπλάχνα, φωτίζεται η άδεια σκηνή με πάλκο γύρω γύρω και υπερμεγέθεις τίτλους σε προβολή. Συνοδευμένοι από ζωντανή μουσική, δέκα ηθοποιοί παρατάσσονται μετωπικά απέναντί μας και με ένταση, θυμό, παράκληση, απελπισία, αποφασιστικότητα ή παραίτηση, ημίγυμνοι, γυμνοί ή ντυμένοι, αναλαμβάνουν τα πάντα: Αφήγηση, ρόλους, δράση, σχόλια, ακόμα και μουσικά όργανα. Κάτι σαν ροκ όπερα με τόσο πυκνές σκέψεις, που στην αρχή –και λόγω φρενήρους εκφοράς τους– δυσκολευόμαστε να παρακολουθήσουμε. Ανάμεσά τους ένας αφηγητής που θυμίζει τον συγγραφέα, μοιάζει να κάνει ρεπορτάζ ή δημοσιογραφική έρευνα για πρόσωπα και γεγονότα. Μεταξύ μονολόγων, διαλόγων, αφηγήσεων –εκπορευομένων από την ιδιότυπη, οικογενειακή μυθιστορία– ξεπηδούν στοιχεία που θυμίζουν επώδυνο κατάστιχο των περιπετειών της μοντέρνας ψυχής στην... ερημία των σεξουαλικών συνωστισμών.

Η συμβολική αλλά και ρεαλιστική ιστορία συμβαίνει στη δίνη της σεξουαλικής επανάστασης, στην άκρη των ηδονιστικών δογμάτων. Δύο ετεροθαλείς αδελφοί, ο φυσικός και βιολόγος Μισέλ, προσηλωμένος στην έρευνα και διόλου στο σεξ, και ο Μπρουνό, δάσκαλος, σε διαρκή σεξουαλική διέγερση ψυχής και σώματος, αλλά δίχως τύχη στις γυναίκες, εκφράζουν δύο αντίθετες τάσεις στη «μοντέρνα», μεταπολεμική Ευρώπη.

Ο,τι περνούσε για ανθρωπισμός, πρόοδος, αυτοδιάθεση, ελευθερία του ατόμου και της αγοράς μεταμορφώνεται στην ιστορία των συναισθηματικά τραυματισμένων αδελφών σε μοναξιά και αγριότητα. Γεννημένοι από μια, μορφωμένη αλλά σε διαρκή αναζήτηση αυτοεπιβεβαίωσης μέσω σεξουαλικών σχέσεων, εγωκεντρική μητέρα, μεγαλώνουν πλάι σε διαφορετικές γιαγιάδες. Χωριστά, με χωριστή στέρηση και μοναξιά.

Βρίσκουν κάποτε και οι δύο, γύρω στα σαράντα, την αδελφή ψυχή στις Αναμπέλ και Κριστιάνε. Τους ενώνει όμως ένα δεύτερο, κοινό πεπρωμένο καθώς οι γυναίκες τους, ύστερα από σοβαρή ασθένεια η καθεμιά τους, αυτοκτονούν. Ο Μπρουνό, χάνοντας κάθε ελπίδα να ζήσει ό,τι χρόνια ονειρευόταν, χάνει αθόρυβα και εντελώς αποδραματοποιημένα τα λογικά του. Ο Μισέλ αποτραβιέται τελείως, αλλά πριν «χαθεί στη θάλασσα» αφήνει τις βασικές σημειώσεις για τη δημιουργία ενός καινούργιου είδους ανθρώπων –των Ωμέγα ζώων– που θα αναπαράγονται με κλώνους, χωρίς επαφές, σχέσεις κι έρωτες, δεν θα γερνούν, δεν θα πεθαίνουν, δεν θα αισθάνονται.

Εργο και παράσταση έρχονται σε αντιπαράθεση με πολλές κατευθύνσεις σκέψης στους τομείς των φυσικών επιστημών, της τέχνης, της θρησκείας και φιλοσοφίας με κέντρο την κουλτούρα των αχαλίνωτων ατομικών ελευθεριών, που δεν μας χάρισαν τελικά καμιά ελευθερία. Θίγεται ακόμη και η λατρεία νεότητας στις μέρες μας, η λατρεία του σώματος, του μαζικού καταναλωτισμού και της απομάκρυνσης από δεσμεύσεις και συναισθήματα. Ακούγονται λεπτομερείς περιγραφές τελετουργικών φόνων και μακελειών από σέκτες και σατανιστές τις δεκαετίες των κατακτήσεων του ατομισμού. Κτηνωδίες που μας αφήνουν άναυδους – ιδίως για το πόσο εύκολα και γρήγορα λησμονούμε και για το πώς μαζικότεροι φόνοι και γενοκτονίες που ακολούθησαν, τις κουκουλώνουν στα σκοτεινά παλίμψηστα της μνήμης μας.

Η ορμή, το πάθος, η α-συμπλεγματική και άμεση εκφορά του καταιγιστικού λόγου από τους ηθοποιούς, ενός λόγου φιλοσοφημένου, μελό, κωμικού, κιτς ή συγκλονιστικού, επιβεβαιώνει την άποψη πως στον οργανισμό του έργου λειτουργεί μια φυγόκεντρος δύναμη που εκτρέπει κάθε τι κοινότοπο, μελοδραματικό ή τετριμμένο, επιστρέφοντάς το ως σημαντικό, αληθινό, παρηγορητικό. Ικανό, εν τέλει, να κρατήσει ένα πολυάριθμο –γαλλόφωνο και ιδίως μη γαλλόφωνο κοινό– επί ώρες σε εγρήγορση και ελπίδα, σαν παιδί στην ποδιά ενός απλού, ιδιοφυούς μύθου και της εξαίρετης πολυφωνικής αφήγησής του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ