ΕΛΛΑΔΑ

Η «προίκα» των μνημείων στην κοινωνία

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

Μάθημα δημόσιας αρχαιολογίας στο εργαστήριο Διάχυτης Νοημοσύνης του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Ερευνας, στο Ηράκλειο Κρήτης. Φοιτητές και καθηγητές από τη Σουηδία, την Ισπανία, την Πολωνία και την Ελλάδα συναντήθηκαν στην Κρήτη, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος Innovarch.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ανοιχτά μουσεία, «υιοθεσίες» μνημείων και πολίτες αποφασισμένοι να διασώσουν την πολιτιστική τους κληρονομιά, νέες θέσεις εργασίας και βιώσιμη ανάπτυξη: η συζήτηση για τη δημόσια αρχαιολογία εκτυλίσσεται σε πολλά επίπεδα, πάντοτε όμως με άξονα τη σύνδεση των αρχαιολογικών μουσείων και μνημείων με τη ζωή κάθε τόπου.

Οι Ελληνες αρχαιολόγοι δεν έχουν μείνει ανεπηρέαστοι από τη διεθνή τάση των επιστημόνων να εγκαταλείπουν τους «γυάλινους πύργους» τους για να εξετάσουν την αλληλεπίδραση του έργου τους με την κοινωνία. Αλλωστε, το εγχώριο κοινό λατρεύει να μαθαίνει, να υπερηφανεύεται ή να διαφωνεί για το παρελθόν του, ενίοτε φτάνοντας στα όρια της συλλογικής «εμμονής», όπως στην περίπτωση της Αμφίπολης. Επιπλέον, κανένας δεν αμφισβητεί πως η αρχαιολογική κληρονομιά αποτελεί πολύτιμο «κεφάλαιο» για τη χώρα σε μια δύσκολη οικονομική συγκυρία.

Απτή απόδειξη των αλλαγών που συντελούνται εντός και εκτός επιστημονικής κοινότητας, το πρώτο ελληνικό Συνέδριο Δημόσιας Αρχαιολογίας που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης με τη συμμετοχή πανεπιστημιακών, αρχαιολόγων του υπουργείου, ανθρώπων των μουσείων και της εκπαίδευσης, ξεναγών, επιχειρηματιών και εκπροσώπων από πρωτοβουλίες πολιτών και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Λίγες ημέρες νωρίτερα, πενήντα φοιτητές και καθηγητές από τη Σουηδία, την Ισπανία, την Πολωνία και την Ελλάδα παρακολούθησαν εντατικά μαθήματα δημόσιας αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και πραγματοποίησαν επισκέψεις σε χώρους όπως η Σπιναλόγκα και η Κνωσός, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος για την Ανάπτυξη Καινοτόμων Μεθόδων για τη Διδασκαλία της Δημόσιας Αρχαιολογίας, το οποίο ολοκληρώθηκε με το συνέδριο. Σημειωτέον ότι το Πανεπιστήμιο Κρήτης είναι το μόνο στην Ελλάδα όπου η δημόσια αρχαιολογία προσφέρεται ως σεμιναριακό μάθημα.

Κοινωνική ευθύνη

«Το συνέδριο έφερε κοντά διαφορετικές κοινότητες ανθρώπων που ερευνούν ή εργάζονται για την οργανική σύνδεση της αρχαιολογίας με την κοινωνία και την ανάπτυξη», υπογραμμίζει η υπεύθυνη της διοργάνωσης και αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Νένα Γαλανίδου. «Γιατί η αρχαιολογική επιστήμη είναι μεν υπόθεση των επιστημόνων, όμως δεν έχουν μόνο οι επιστήμονες ενδιαφέρον, λόγο και δικαίωμα να ασχολούνται με τα “αρχαία”. Είναι και οι πολίτες που με τον τρόπο τους συμμετέχουν στην προστασία και την αξιοποίηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς», συνεχίζει.
Ως ακαδημαϊκό αντικείμενο, η δημόσια αρχαιολογία δεν περιορίζεται στην εκλαΐκευση της επιστημονικής γνώσης, αλλά μελετά τη σχέση της αρχαιολογίας με την κοινωνία. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα είδος «μετααρχαιολογίας» ή, όπως το θέτει η κ. Γαλανίδου, για αρχαιολογία με κοινωνική ευθύνη. «Η πρωτοτυπία του συνεδρίου συνίσταται στο ότι η συζήτηση για την “προίκα” της αρχαιολογίας, που με την υλική της υπόσταση είναι πανταχού παρούσα, πέρασε για πρώτη φορά τη θύρα του ελληνικού πανεπιστημίου. Κάτω από τον ερευνητικό μας φακό θέσαμε έννοιες όπως ο δημόσιος χώρος, το δημόσιο συμφέρον, ο επικοινωνιακός ρόλος της αρχαιολογίας, οι κοινωνικές επιπτώσεις των αρχαιολογικών έργων, η σχέση αρχαιολογίας και τουρισμού».

Αν τα πανεπιστήμια συμβάλουν στη συζήτηση για τη δημόσια αρχαιολογία αναγνωρίζοντάς την ως ερευνητικό πεδίο, τα μουσεία και οι εφορείες αρχαιοτήτων την εφαρμόζουν στην πράξη με συμμετοχικές δράσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα. Από την επιτυχία θεσμών όπως η Ημέρα Μουσείων ή η αυγουστιάτικη πανσέληνος, είναι προφανές ότι το ελληνικό κοινό δεν αισθάνεται αποκομμένο από τα μουσεία και τα μνημεία, απλά χρειάζεται μία καλή αφορμή για να τα επισκεφθεί. «Από τις δεκαετίες ’70-’80 τα μουσεία του δυτικού κόσμου παύουν να είναι κλειστοί ακαδημαϊκοί χώροι και επιχειρούν να βρεθούν σε διάλογο με την κοινωνία», σημειώνει η διευθύντρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Μαρία Λαγογιάννη. «Αυτή τη στιγμή, κάθε νομός της χώρας διαθέτει τουλάχιστον ένα ή δύο δημόσια αρχαιολογικά μουσεία, γιατί οι κάτοικοι κάθε περιοχής θέλουν να έχουν άμεση επαφή με την ιστορία τους».

Στα άδυτα των εργαστηρίων

Το τελευταίο διάστημα, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο καταβάλλει σημαντική προσπάθεια για να μετατραπεί σε ένα χώρο προσβάσιμο και ελκυστικό. «Βγήκαμε από τα γραφεία μας και συζητήσαμε με τους επισκέπτες, ακούσαμε τις επιθυμίες τους και προσπαθήσαμε να τις υλοποιήσουμε», υπογραμμίζει η κυρία Λαγογιάννη. Από το περασμένο φθινόπωρο, τέσσερις ομάδες επισκεπτών εξερεύνησαν τα «άδυτα» των εργαστηρίων συντήρησης στο πλαίσιο της δράσης «Ανοιχτό Μουσείο». «Είναι μια δύσκολη δράση, γιατί πρέπει να διακόπτουμε τις εργασίες των συντηρητών και να μαζεύουμε τις αρχαιότητες για λόγους ασφαλείας», παραδέχεται η διευθύντρια του Μουσείου. «Ομως η ευχαρίστηση των επισκεπτών είναι πολύ μεγάλη. Ξεκινήσαμε πιλοτικά και προχωράμε, ωθούμενοι από το ενδιαφέρον του κόσμου». Εξίσου επιτυχημένες έχουν αποδειχθεί δράσεις όπως οι συμμετοχικές αναγνώσεις «Ας διαβάσουμε την Οδύσσεια» και το πρόγραμμα «Αθέατο Μουσείο», το οποίο εστιάζει σε «κρυμμένους» θησαυρούς από τις μουσειακές αποθήκες.

Για να ενταχθεί όμως ένα μουσείο ή ένα μνημείο στη λίστα με τους δημοφιλείς προορισμούς μιας πόλης δεν αρκεί να διοργανώνει συναυλίες και ξεναγήσεις. Θα πρέπει κατ’ αρχάς να δημιουργεί την εντύπωση ενός χώρου φιλόξενου και εναρμονισμένου με το περιβάλλον του. Εδώ ο ρόλος της αρχιτεκτονικής είναι καθοριστικός, υπογραμμίζει ο καθηγητής του ΕΜΠ Βασίλης Γκανιάτσας, ο οποίος επιμελήθηκε τη βραβευμένη μελέτη για τη δημιουργία αρχαιολογικού πάρκου στις Αστικές Πύλες του Πειραιά. Μέσω των αρχιτεκτονικών παρεμβάσεων, από την οργάνωση και περίφραξη ενός χώρου έως την ένταξή του στην καθημερινή ζωή, τα μνημεία «ερμηνεύονται και το νόημά τους αποδίδεται στο κοινό», διευκρινίζει.

Για να κατανοήσουμε πόσο οι αρχιτεκτονικές διαμορφώσεις επηρεάζουν τη συνολική εντύπωση που μας δημιουργεί ένα μνημείο, αρκεί να αναλογιστούμε την περίπτωση της Κνωσού. Χάρη στις (ασύμβατες με τα σημερινά πρότυπα) εκτεταμένες αναστηλώσεις του Εβανς, οι επισκέπτες φεύγουν έχοντας στο μυαλό τους την εικόνα μιας ολόκληρης μινωικής πόλης. Ως δείγμα ιδανικής σύγχρονης ανάδειξης χώρου, ο κ. Γκανιάτσας αναφέρει την Ελεύθερνα, η οποία αποτέλεσε και τον τιμώμενο χώρο του συνεδρίου (οι εργασίες άνοιξαν με την ομιλία του καθηγητή Νικόλαου Σταμπολίδη και ολοκληρώθηκαν με την ξενάγηση στην αρχαία πόλη και στο μουσείο της).

«Τα μνημεία είναι η ταυτότητά μας»

Τον χώρο, που εξακολουθεί να υπάρχει ανάμεσα στους αρχαιολόγους και στην κοινωνία, καλύπτουν οι πρωτοβουλίες πολιτών, διαμεσολαβώντας για να φέρουν το ευρύ κοινό σε επαφή με την κληρονομιά του τόπου του και ενίοτε επιστρατεύοντας τη βοήθειά του. «Τα μνημεία είναι η ιστορία μας, είναι η ταυτότητά μας, αποτελούν έναν από τους δύο πυλώνες της ζωής. Ο ένας πυλώνας είναι η παράδοση και η εμπειρία μας για τον κόσμο και ο άλλος είναι η πρόοδος, η οποία βασίζεται στην εμπειρία. Αν το κοινό εισπράξει την αξία των μνημείων, και εδώ είναι σημαντικός ο ρόλος της Δημόσιας Αρχαιολογίας, γίνεται το ίδιο προστάτης των μνημείων» υπογραμμίζει ο Βασίλειος Λαμπρινουδάκης, ομότιμος καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ιδρυτικό μέλος του Σωματείου «Διάζωμα».

«Δεν αρκεί να επισκεπτόμαστε τα μνημεία. Είναι σημαντικό να αποτελούν παράγοντα της οικονομίας των περιοχών τους, όχι μόνο μέσω του τουρισμού αλλά και με άλλους τρόπους, όπως η σύνδεσή τους με την παραγωγική διαδικασία. Στο συνέδριο μίλησα για τις νέες προσεγγίσεις που προωθεί και το “Διάζωμα”: οι πολιτιστικές διαδρομές και τα αρχαιολογικά πάρκα», συνεχίζει. «Ενα πάρκο που θα αναδεικνύει το φυσικό περιβάλλον και τα μνημεία προωθούμε στην Επίδαυρο και σε αυτό το πλαίσιο θα αναδειχθούν τα προϊόντα της περιοχής. Για παράδειγμα, οι θεές της ελιάς ήταν Επιδαύριες και στο Ασκληπιείο υπάρχει ιερό όπου λατρεύονταν. Καταλαβαίνετε τι ωραίο brand name θα ήταν για το λάδι της Επιδαύρου αν συνδεόταν με αυτή την ιστορία».

Ενέργειες πιο τοπικής κλίμακας πραγματοποιούνται αυτή τη στιγμή σε διάφορες περιοχές της χώρας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το σωματείο «Ανθη της Πέτρας», που δραστηριοποιείται για τη διάσωση των έργων των Λαγκαδινών μαστόρων της πέτρας και της τέχνης τους. «Είναι εντυπωσιακή η ανταπόκριση του κόσμου. Υπάρχουν κάποιες κρυμμένες δυνάμεις στην κοινωνία, οι οποίες αν υπάρξει το κατάλληλο ερέθισμα μπορούν να ενεργοποιηθούν» υπογραμμίζει ο πρόεδρος του Σωματείου και καθηγητής Ιατρικής, Γιάννης Τσιαούσης. Χάρη σε μια γενναιόδωρη χορηγία πολιτών, τα «Ανθη της Πέτρας» κατάφεραν να αγοράσουν ένα παλιό αρχοντικό, όπου σχεδιάζουν να στεγάσουν ένα κέντρο παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, ενώ τον Αύγουστο διοργανώνουν ένα εργαστήριο μαθητείας της τέχνης της πέτρας για νέους τεχνίτες με τη συμμετοχή μαστόρων και πανεπιστημιακών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ