ΜΟΥΣΙΚΗ

Ν. Κυπουργός: «Οι Ελληνες εξακολουθούν να μην ομονοούν»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Ο Νίκος Κυπουργός στις πρόβες της παράστασης μαζί με τον Τάση Χριστογιαννόπουλο και την Ειρήνη Καράγιαννη, σημαντικούς λυρικούς καλλιτέχνες, πάνω στους οποίους στηρίζεται η αριστοφανική «Ειρήνη».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σχεδόν τρεις ώρες διαρκεί η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, βασισμένη στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη και το μεγαλύτερο μέρος της είναι αδόμενο, μας προετοιμάζει ο συνθέτης Νίκος Κυπουργός για όσα θα δούμε στην Επίδαυρο στις 21 και 22 του μηνός. «Σύγχρονη όπερα» τη χαρακτηρίζει. Ο ίδιος, άλλωστε, έγραψε τη μουσική, ο συγγραφέας Δημοσθένης Παπαμάρκος το λιμπρέτο, ενώ ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης προσπάθησε να τους συντονίσει όλους: τον Τζίμη Πανούση στον ρόλο του Τρυγαίου, τους λυρικούς καλλιτέχνες Τάση Χριστογιαννόπουλο και Ειρήνη Καράγιαννη στους ρόλους του Ερμή και της Ειρήνης και τον νεότερο της παρέας, τον Αιμιλιανό Σταματάκη με θητεία στο μιούζικαλ που παίζει τον Πόλεμο.

«Μου ανέθεσε το Εθνικό μια σύγχρονη όπερα κάνοντας άνοιγμα στο μουσικό θέατρο. Ο Αριστοφάνης ήταν μια μορφή μουσικού θεάτρου, όσο για την όπερα ξεκίνησε περίπου το 1600 ως μια παρεξήγηση του αρχαίου δράματος, με αρχαιοελληνικά θέματα. Τώρα επιστρέφουμε στο πώς ο Αριστοφάνης μπορεί να γίνει μουσικό θέατρο. Δεν θέλαμε να είναι μια παράσταση που απλώς μελοποιούνται τα χορικά αλλά έργο με μουσικό χαρακτήρα» εξηγεί ο συνθέτης. «Βλέποντας την αγάπη του Αριστοφάνη στις συχνές εναλλαγές ύφους και μέτρου, χρησιμοποιώντας άλλοτε λυρικό ύφος κι άλλοτε επικό, έκανα αναφορές σε διάφορα είδη». Η δική του μουσική έχει στοιχεία από την όπερα, το μιούζικαλ, το καμπαρέ έως τους βυζαντινούς ύμνους αλλά και άμεσες αναφορές σε δημιουργούς από τον Χατζιδάκι και τον Βαμβακάρη. Το στοίχημα σε αυτές τις περιπτώσεις το ενιαίο ύφος. «Δεν πρόκειται για συρραφή ειδών. Υπάρχει συγκεκριμένη δομή και μάλιστα τολμήσαμε με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο σε κάποια σημεία να αναπτύξουμε περισσότερο διαλόγους μουσικής δραματουργίας. Κάποιους ρόλους αντίθετους, όπως του δραπανουργού και του οπλοπώλη, τους χρησιμοποιούμε σαν ντουέτο».

Αν πολλοί στέκονται στον ρόλο του Τρυγαίου, μας ξεκαθαρίζει πως δεν είναι «λωποδύτης». «Είναι βέβαια λίγο επιρρεπής, κάπως αρχομανής αλλά τρέχει για να φέρει την ειρήνη». Τον αντιμετωπίζει σαν «έναν ουτοπιστή» και εστιάζει με ενδιαφέρον στον διαμεσολαβητή Ερμή, αλλά και στο δίπολο Ειρήνη-Πόλεμος. Η Ειρήνη στα μάτια του φαντάζει «με τη χαμένη μας αθωότητα. Στην παράσταση προσπαθεί να μιλήσει αλλά σε μια γλώσσα ακατανόητη, ξεχασμένη – μήπως έτσι δεν είναι και η αθωότητά μας;». Οσο για τον Πόλεμο, «δεν είναι μπουνταλάς αλλά ένας νέος που σαγηνεύει τους πάντες διότι ως “πατήρ πάντων” έχει πολλές μορφές και όψεις. Παρών στη φύση γύρω μας και σ’ ολόκληρο το σύμπαν με τις βίαιες εκρήξεις του, ένας επικίνδυνος γητευτής, σίγουρος ότι πάντα θα βρίσκει πρόθυμους οπαδούς να τον υπηρετούν αλλά και συμφέροντα να τον τρέφουν».

Στην παράσταση όλα ξεκινούν όταν οι θεοί εγκαταλείπουν τον Ολυμπο τιμωρώντας τους Ελληνες για τον εμφύλιο σπαραγμό τους, ενώ τη θεϊκή εξουσία σφετερίζεται ο Πόλεμος. Αυτός κλειδώνει σε μια σπηλιά την Ειρήνη κι έτσι οι Ελληνες πολεμούν μεταξύ τους, εγκαταλείποντας γη και σοδειές, ώσπου ο Τρυγαίος πετώντας πάνω σ’ ένα σκαθάρι, πάει να την απελευθερώσει... Η συζήτηση στρέφεται μοιραία στο σήμερα. «Εχουμε ειρήνη όσον αφορά τη στρατιωτική έννοια αλλά κατά τα άλλα, όσα βιώνουμε μοιάζουν σαν να είμαστε σε πόλεμο. Ομως, δεν νοείται ειρήνη χωρίς πόλεμο. Η Ειρήνη στην παράσταση είναι το σημαντικό πρόσωπο αλλά μια φωνή βοώντας εν τη ερήμω».

Οταν στην ορχήστρα εισβάλλει κατά ομάδες ο Χορός, εκτοξεύοντας συνθήματα όπως: «Να καεί, να καεί, του πολέμου το τσαρδί», «Ελλάς Ελλήνων ειρηνιστών», «Και α και ου», «Τρυγαίε είσαι αλλού», «Φύγαμε κρυφά, σκαστοί από τη σκοπιά, ειρηνάρα μου τέρμα τα γερμανικά», μοιραία κάνεις τη σύγκριση με το σήμερα. Η επιθετικότητα, λέει ο Νίκος Κυπουργός, «είναι η καθημερινότητά μας. Η Ειρήνη λοιπόν είναι κάτι άπιαστο για όλους. Για μας που τρωγόμαστε αλλά και γι’ αυτούς που πολεμούν στη Συρία ή αλλού. Εμείς ως φυλή δεν ομονοούμε».

Υποστηρίζει πως προσπάθησε με κάθε τρόπο «να μη βγει χαζοχαρούμενος ο Αριστοφάνης». «Μια σάτιρα είναι το έργο, ένας σαρκασμός της γελοιότητας του ανθρώπου». Από τα ενδιαφέροντα σημεία της παράστασης είναι η παρουσία της Καμεράτας, 25 μουσικών, που μαζί με τον μαέστρο Γιώργο Πέτρου, παίρνει θέση στην άκρη της ορχήστρας. Επίσης, ο Χορός που αποτελείται από γυμνασμένους μουσικά ηθοποιούς αλλά και λυρικούς καλλιτέχνες, όπως τονίζει «έχει πρωταγωνιστικό χαρακτήρα». Ο κόσμος της όπερας του είναι οικείος. «Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος και η Ειρήνη Καράγιαννη είναι εξαιρετικοί λυρικοί καλλιτέχνες και παράλληλα καλοί ηθοποιοί. Εμένα με ενδιαφέρει να μην υπάρχουν όρια ειδικά στο σύγχρονο μουσικό θέατρο. Εχει σημασία να είσαι ανοιχτός σε διαφορετικές προσεγγίσεις, απλώς να έχουν στέρεη δομή και ενιαίο ύφος».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ