ΒΙΒΛΙΟ

Η μετάβαση από την αυτοδικία στη δίκη

ΦΙΛΙΠΠΟΣ Κ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Ο Πλάτωνας ο Αριστοτέλης στον νάρθηκα του καθολικού της Μονής της Γόλας -ή Ζωοδόχου Πηγής- στον Ταΰγετο Λακωνίας, 1632.

Κ.Α. ΠΙΣΠΙΡΙΓΚΟΣ
Αντιλήψεις αρχαίων Ελλήνων για τη δικαιοσύνη
εκδ. Σάκκουλα, σελ. viii και 124

Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το βιβλίο «δοκίμιο». Δεν είναι δοκίμιο υπό την έννοια αρχικού σχεδιάσματος. Είναι όμως δοκίμιο, διότι η έκτασή του είναι περιορισμένη και δεν εξαντλεί τη θεματική, ενώ αποδίδει τους ώριμους και εν πολλοίς προσωπικούς στοχασμούς του συγγραφέα για τις αντιλήψεις επιφανών αρχαίων Ελλήνων για τη Δικαιοσύνη.

Αισχύλος, Γοργίας, Πρωταγόρας, Θουκυδίδης, Πλάτων και Αριστοτέλης, Πολύβιος και Ποσειδώνιος, Απόστολος Παύλος είναι οι πρωταγωνιστές. Στα πρόσωπα αυτά αντιστοιχούν τα επτά κεφάλαια του βιβλίου: Θέατρο, Ρητορική, Πολιτική Αρετή, Πολιτική της Ισχύος, Φιλοσοφία, Ελληνιστική Μοναρχία και Πρωτοχριστιανικός Λόγος.

Πώς να αποδοθεί καλύτερα η μετάβαση από τον μύθο στον λόγο παρά με θεατρική τέχνη; Η αθώωση του Ορέστη με την ψήφο της Αθηνάς, που ίδρυσε τον Αρειο Πάγο ως φύλακα των νόμων, συμβολίζει τη μετάβαση από την αυτοδικία στη δίκη, από το ήθος της οικογένειας στη θεσμική διαμόρφωση της δικαιοσύνης ως λειτουργίας της κρατικά δομημένης κοινωνίας. Η μετάβαση αυτή δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αφού το ήθος της οικογένειας στηριζόταν σε πολυχρόνια έθη.

Η ρητορική

Η σταδιακή επικράτηση του νόμου έρχεται πάντοτε αντιμέτωπη με το ζήτημα της ερμηνείας και της εφαρμογής του, τα αναγκαία παρακολουθήματά του. Η ρητορική κάνει τον νόμο εργαλείο της. Είναι δημιουργός πειθούς που παράγει πεποίθηση για το δίκαιο και το άδικο, χωρίς να διδάσκει γι’ αυτά. Τίποτε δεν είναι Απόλυτο. Αν υπήρχε Απόλυτο και γνώση αυτού, ρητορική δεν θα υπήρχε – ούτε Γοργίας.

Την εποχή του Γοργία, η σχετικότητα των αξιών συγκεφαλαιώνεται στο «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος» του Πρωταγόρα και στη διδασκαλία του περί της διαλεκτικής. «Για κάθε επιχείρημα υπάρχει αντεπιχείρημα». Ο δε ρήτωρ πρέπει να έχει την ικανότητα «τον ήττω λόγον κρείττω ποιείν». Ομως η σχετικότητα που διδάσκει ο Πρωταγόρας αναπτύσσεται στο πλαίσιο της ευβουλίας, της σύνεσης, ώστε τόσο ο οίκος όσο και πόλη να μπορούν να διοικηθούν άριστα, δηλαδή με πολιτική αρετή, στο πλαίσιο εθών, ηθών, νόμων, διαλόγου. Ο διάλογος «ενδέχεται να άρει τη διαφωνία και να αποδώσει τον καρπό της κοινής αποδοχής αξιών. Αυτή η γονιμότητα δεν αίρει τη σχετικότητα των αξιών. Δημιουργεί όμως κοινωνίες από άτομα που ομονοούν στην παραδοχή ουσιωδών αξιών. Μέχρι αυτό το σημείο μάχεται ο διάλογος την ανυπαρξία απολύτων αξιών». Και τα άτομα αυτά γίνονται πολίτες με αιδημοσύνη και αίσθημα δικαίου. Ατομα αναιδή και άδικα δεν είναι πολίτες. Με τον Πρωταγόρα οι «ανθρώπειοι τρόποι» υποχωρούν προ της αιδούς και της δίκης.

Η συνέχεια διαγράφεται από την ισχύ και την ηγεμονία και υπό την ισχύ και την ηγεμονία. Ο ισχυρότερος επικρατεί επί του ασθενέστερου, όπως προσήκει στον ανθρώπειο τρόπο. Αν μπορείς να αποκτήσεις κάτι με την ισχύ, το αποκτάς. Δεν προσπαθείς να το αποκτήσεις με δικαιοσύνη. Ο ισχυρός πράττει. Απαιτεί, διά νόμου, από τον ασθενέστερο την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, που πάντως δεν τις καθορίζει δυσβάστακτες αλλά με επιείκεια. Την απαίτηση όμως του νόμου την εκβιάζει. Οι άνθρωποι της ηγεμονίας είναι άλλοι άνθρωποι: «Είναι άλλοι άνθρωποι, με τα χέρια υψωμένα για διεκδίκηση – με αυστηρά τα πρόσωπά τους, αποφασισμένοι για δράση». «Χαρακτηριστική είναι [μάλιστα] η εγκατάλειψη του αρχαϊκού μειδιάματος στη γλυπτική ήδη από τον πρώιμο κλασικό (αυστηρό) ρυθμό». Ο απαράμιλλος Θουκυδίδης εξιστόρησε την πραγματικότητα, αναλυτικά και συνθετικά μαζί, αντιλήφθηκε ότι ο πολιτισμός είναι δημιούργημα συγκρούσεων παρά συναινέσεων, ότι η αιδώς και η δίκη δεν εξαλείφουν τα ανθρώπινα, δηλαδή την τάση για εξουσία που είναι γέννημα της πλεονεξίας και της φιλοδοξίας: «Οποιος έχει ισχύ περιορίζεται μόνο από τα όριά της και ενδεχομένως από τους δικούς του αυτοπεριορισμούς. Ετσι, η δικαιοσύνη απογυμνώνεται από κάθε μεταφυσική διάσταση και γίνεται μια υποφερτή –για κάποιο χρόνο– τάξη στις εσωτερικές και εξωτερικές υποθέσεις των κρατών. Γίνεται έννομη τάξη ... στοιχείο ενός νεότερου ανθρωπείου τρόπου. Είναι μια σύνθεση αιδούς - δίκης αφ’ ενός και τιμής - δέους - ωφελείας αφ’ ετέρου. Ο Πρωταγόρας είχε ήδη προσδιορίσει με αισιοδοξία το πρώτο συνθετικό. Ο Θουκυδίδης δεν το απέρριψε αλλά πρόσθεσε με ιδιαίτερη έμφαση το δεύτερο».

Στη συνέχεια το βιβλίο πραγματεύεται τους βασιλικούς άνδρες και την επιστήμονα πολιτεία του Πλάτωνα αφ’ ενός και το «φύσει δούλον» του Αριστοτέλη αφ’ ετέρου. Η αποσπασματική αυτή εξέταση του φιλοσοφικού έργου των επιφανέστατων φιλοσόφων μπορεί να μειώνει τη λάμψη του μεγαλείου τους, όμως φιλτέρα η αλήθεια.

Η εποχή της φθοράς

Ακολουθεί η παρουσίαση της φθοράς των πολιτευμάτων, των φυσικοδικαιικών και ηθικών αρχών των Επικουρείων και των Στωικών και του λόγου του Αποστόλου Παύλου στους Αθηναίους, που δεν κατόρθωσε να συνεννοηθεί μαζί τους, γιατί φαίνεται πως το γνωσιολογικό σύστημα των Αθηναίων, φυσιοκρατικό και αισθησιοκρατικό, δεν μπορούσε να παραδεχθεί την ανάσταση των νεκρών με θεία επέμβαση που δίδαξε ο Απόστολος των Εθνών.

Από τα πρόσωπα μισής χιλιετίας και τον στοχασμό τους ο θαυμασμός του συγγραφέα φαίνεται να επικεντρώνεται στα πρώτα 80 χρόνια της πνευματικής και καλλιτεχνικής ακμής. Τότε μάλλον πήρε σάρκα και οστά το σφρίγος του πνευματικού και πολιτικού λόγου. Ηταν το σφρίγος των επιχειρημάτων, της σχετικότητας και των σοφιστών στη διαπάλη τους με την απόλυτη αλήθεια της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία δικαιούται μεν να εμμένει στην αναζήτηση της Απόλυτης αλήθειας, ο δημόσιος όμως λόγος της δεν μπορεί στα πολιτικά ζητήματα να εκφέρεται με την αξίωση μοναδικού κύρους. Πρέπει να εκφέρεται ως «επιτείχισμα των νόμων», στέρεο επιχείρημα (φρούριο), υπέρ αυτών ή εναντίον τους.

Το βιβλίο είναι βιβλίο απαιτητικό. Παροτρύνει τον αναγνώστη να ερευνήσει, να αφομοιώσει, να ανακαλύψει τη συνέχεια που το διήκει, ως ακολουθία λόγων, αντιλόγων, συνθέσεων και συναιρέσεων πολιτισμικής και πολιτικής ακμής και παρακμής.

Τα αποσπάσματα των αρχαίων που παρεμβάλλονται επελέγησαν προφανώς με πολύ μόχθο έπειτα από πολυχρόνια και βαθιά μελέτη της κλασικής γραμματείας.

Το μεταφραστικό έργο του συγγραφέα ήταν βαρύ και απέβη υποδειγματικό. Δεν μεταφράζει, λόγου χάριν, τους λόγους του Ορέστη στη μάνα του, πριν από τον φόνο: «Σκότωσες τον δεν έπρεπε· και τ’ όμοιο πάθε». Μεταφράζει: «Σκότωσες αυτόν που δεν έπρεπε. Πάθε αυτό που δεν πρέπει». Οχι «αυτό που πρέπει».

Το κύριο όμως του βιβλίου είναι ο ειρμός του, και μάλιστα ο ιδιαιτέρως καλλιεπής και βαθυστόχαστος ειρμός, από την αρχή έως το τέλος.

* Ο κ. Φίλιππος Κ. Σπυρόπουλος είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ