ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τι κρύβουν οι επιθέσεις στα συστημικά μέσα

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Η σημασία της δημοσιογραφίας ως μηχανισμού ελέγχου της εξουσίας πρέπει να αναδειχθεί εκ νέου. Οι πολίτες πρέπει να αναγνωρίσουν την αξία των γεγονότων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ποτέ μην αρχίζεις καβγάδες με κάποιον που αγοράζει μελάνι με το βαρέλι», συμβούλευε ο Μαρκ Τουέιν. Ο Ντόναλντ Τραμπ προφανώς δεν διαβάζει Τουέιν. Στην εποχή όμως που τα πίξελ αντικαθιστούν ολοένα και περισσότερο το μελάνι, δεν είναι μόνο αυτός που αγνοεί τις συμβουλές του σπουδαίου συγγραφέα.

Η επιθετικότητα απέναντι στα «κατεστημένα ΜΜΕ» - τα fake news media, όπως τα αποκαλεί ο Αμερικανός πρόεδρος, το Lügenpresse (ο ναζιστικών καταβολών όρος που αναβίωσε πρόσφατα η γερμανική ακροδεξιά) ή τα τσοντοκάναλα και βοθροκάναλα της εγχώριας εθνολαϊκιστικής ιδιολέκτου – είναι κεντρική στρατηγική επιλογή των λαϊκιστών στις χώρες του δημοκρατικού καπιταλισμού. Οι λαϊκιστές πολιτικοί εμφανίζουν εαυτούς ως τους μοναδικούς πραγματικούς εκπροσώπους του λαού και θεωρούν τα ΜΜΕ βασικό πυλώνα του «βαθέος κράτους» και των ελίτ που (υποτίθεται ότι) τους πολεμούν.

«Τα ΜΜΕ έχουν υπάρξει πολύ επικριτικά απέναντι στους λαϊκιστές, αλλά τους παρέχουν και δωρεάν προβολή» εξηγεί στην «Κ» ο Κας Μούντε, καθηγητής στο τμήμα Διεθνών Σχέσεων στο πανεπιστήμιο της Τζόρτζια και ειδικός σε θέματα λαϊκισμού. Οι λαϊκιστές πολιτικοί, σημειώνει, «γνωρίζουν ότι τα μέσα ενημέρωσης έχουν εμμονή με θέματα που τα αφορούν, και άρα αν επιτεθούν σε αυτά, θα έχουν ευρεία κάλυψη». Οι επιθέσεις των λαϊκιστών κατά των ΜΜΕ συνεχίζονται και μετά την ανάληψη της εξουσίας, προσθέτει, «στον βαθμό που εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά μέσα που εξακολουθούν να ασκούν κριτική στην κυβέρνηση».

Από την άλλη πλευρά

Αντίστροφα, όπως σημειώνει ο Πάρης Ασλανίδης, λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο του Yale, «ορισμένα μέσα, στις ΗΠΑ, στην Ελλάδα και αλλού, υιοθετούν τον ρόλο της αντιπολίτευσης απέναντι στους λαϊκιστές, κάτι που έχει τα δικά του οφέλη». Είναι χαρακτηριστικό το φαινόμενο του Trump Bump – της θεαματικής αύξησης των ψηφιακών συνδρομητών εντύπων όπως οι New York Times και το New Yorker στους έξι μήνες μετά την εκλογή του Τραμπ.

Η σύγκρουση μεταξύ του νέου προέδρου των ΗΠΑ και των ΜΜΕ στη χώρα-μοντέλο, θεσμικά και στην πράξη, της διασφάλισης της ελευθερίας του Τύπου, έχει συγκεντρώσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Οι μέθοδοι που έχει επιστρατεύσει ο Τραμπ κατά των επικριτών του στα ΜΜΕ (άκρως προσβλητικά tweets, ακατάσχετα ψεύδη, απειλές αγωγών, ακόμα και γελοιοποίηση δημοσιογράφων με ειδικές ανάγκες) έχουν οδηγήσει σε μια αποπροσανατολιστική εστίαση στα προσωπικά του ελαττώματα, με πολλούς σχολιαστές να τον παρουσιάζουν ως παθολογικά ανώριμο ή ακόμα και παράφρονα.

Το κρίσιμο σημείο

Η στρατηγική του, ωστόσο, είναι σαφέστατα ορθολογική – και δείχνει, ώς τώρα τουλάχιστον, να λειτουργεί. «Ο πρόεδρος Τραμπ έχει καταλάβει ότι οι επιθέσεις κατά των ΜΜΕ έχουν απήχηση στην εκλογική του βάση και σε πολιτικούς με την ίδια οπτική» εξηγεί στην «Κ» ο Φρανκ Σέσνο, πρώην κορυφαίος δημοσιογράφος του CNN και σήμερα διευθυντής της Σχολής ΜΜΕ και Δημοσίων Υποθέσεων στο πανεπιστήμιο George Washington. «Αυτό λειτουργεί υπέρ του, επειδή έχει υπάρξει τόσο μεγάλη πόλωση στα μέσα και τόσο μεγάλη έμφαση σε σχόλια ή ρεπορτάζ που επικρίνουν την “άλλη πλευρά” που είναι εύκολο να χαρακτηριστούν ως αντιπολίτευση. Και από εκεί, δεν απέχει πολύ ο χαρακτηρισμός τους ως “εχθροί”».

Είναι μια καλή περίοδος για πωλητές αντισυστημισμού στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με το Gallup, το ποσοστό των Αμερικανών που εμπιστεύεται αρκετά ή πολύ τα ΜΜΕ μειώθηκε πέρυσι στο 32%, έναντι 55% στα τέλη του προηγούμενου αιώνα και 40% το 2015. Ειδικότερα, μεταξύ των Ρεπουμπλικανών, η πτώση του συγκεκριμένου δείκτη έχει υπάρξει κάθετη: από 49% το 2002, στις αρχές της προεδρίας Μπους του Νεότερου, σε 32% το 2015 και μόλις 14% πέρυσι.

Αντίστοιχη είναι η καθίζηση της αξιοπιστίας των «συστημικών» ΜΜΕ σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Σύμφωνα με το φετινό Digital News Report του Ινστιτούτου του Reuters (RISJ), η αμφισβήτηση έχει προχωρήσει βαθύτερα στην Ελλάδα. Μεταξύ 36 χωρών, οι Ελληνες, μαζί με τους Νοτιοκορεάτες, εκφράζουν τον υψηλότερο βαθμό σκεπτικισμού απέναντι στα μέσα ενημέρωσης, καθώς μόλις το 23% πιστεύει ότι οι ειδήσεις που μεταδίδουν είναι κατά κύριο λόγο αξιόπιστες. Στην Ιταλία του Μπερλουσκόνι και του (ιδιαίτερα αποτελεσματικού διαδικτυακά) Μπέπε Γκρίλο, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 39%. Στη Βρετανία, ένα χρόνο μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, που προκάλεσε έντονες αντεγκλήσεις για τη δημοσιογραφική του κάλυψη, η εμπιστοσύνη στα ΜΜΕ έπεσε από το 50% στο 43%.

Η εξάπλωση της επιρροής των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην ενημέρωση είναι μια εξέλιξη που ευνοεί τον λαϊκισμό. Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις, τα λαϊκιστικά κινήματα στην Ευρώπη κάνουν ευρεία χρήση των νέων αυτών μέσων, με πολύ πιο αποτελεσματικό τρόπο από τις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις. Μια βασική αιτία είναι ότι η φόρμα τους, που εξισώνει τους μεγάλους ειδησεογραφικούς οργανισμούς με τον απλό πολίτη-σχολιαστή, ταιριάζει στο κεντρικό αφήγημα των λαϊκιστών, που διατείνονται ότι συνομιλούν απευθείας με τον λαό.

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα

Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τα συστημικά μέσα στην Ελλάδα – όπως και διεθνώς– αναδεικνύεται ως πολύπλευρη από την έρευνα του RISJ. Προκύπτει, για παράδειγμα ότι στη χώρα μας η ειδησεογραφική αξιοπιστία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι μεγαλύτερη από αυτή των παραδοσιακών ΜΜΕ.

Ο Αντώνης Καλογερόπουλος, ερευνητής στο RISJ και ένας εκ των συντακτών της έκθεσης, θέτει το εύρημα αυτό σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, που έχει να κάνει και «με την ευρύτερη κρίση στους θεσμούς και την καχυποψία που έφερε η οικονομική κρίση».

Αυτή η αμφισβήτηση της εμπιστοσύνης σημαίνει ότι η χυδαιολογία στο Facebook και οι απειλές κατά δημοσιογράφων είναι, όπως και στην περίπτωση του Τραμπ, μια ορθολογική επιλογή. «Η κυβέρνηση θα προτιμούσε να τα είχε καταφέρει καλύτερα στην προσπάθεια χειραγώγησης των ΜΜΕ», καταλήγει ο Ασλανίδης.

Μιντιακή πόλωση και επιρροή στην κοινωνία

Πέρα από τις αντικειμενικές (οικονομικές) συνθήκες, η δυνατότητα του λαϊκιστικού λόγου να εδραιωθεί και να αποκτήσει επιρροή στην κοινωνία εξαρτάται και από τον βαθμό πόλωσης που καταγράφεται στο μιντιακό τοπίο. Η έρευνα του RISJ δείχνει ότι η χώρα με τη μεγαλύτερη μιντιακή πόλωση είναι οι ΗΠΑ, όπου δεν υπάρχει δημόσια ραδιοτηλεόραση ευρείας επιρροής και όπου τα πιο ισχυρά μέσα (CNN, New York Times και τα επίγεια τηλεοπτικά δίκτυα στα αριστερά, Fox News στα δεξιά) παρουσιάζουν έντονη ανισοκατανομή στο πολιτικό προφίλ των αναγνωστών/τηλεθεατών τους. Η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο μέσον της σχετικής κατάταξης.

«Η εχθρική ρητορική απέναντι στα ΜΜΕ στο πλαίσιο ενός πολωμένου ειδησεογραφικού τοπίου είναι συχνά παράγοντας που συμβάλλει στην επιτυχία λαϊκιστικών κομμάτων, αλλά δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση» σημειώνει ο κ. Καλογερόπουλος. Ο ερευνητής του RISJ επικαλείται την περίπτωση της Ολλανδίας, μιας χώρας «με πολύ υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης στα ΜΜΕ, με μια δημόσια τηλεόραση με πολύ ευρεία χρήση, αλλά ταυτόχρονα με ένα αρκετά ισχυρό δεξιό λαϊκιστικό κόμμα στη Βουλή της».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ