ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η τριβή μεταξύ λαϊκισμού και ελευθεροτυπίας

ΚΛΑΡΑ ΧΕΝΤΡΙΚΣΟΝ - ΟΥΙΛΙΑΜ ΓΚΟΛΣΤΟΝ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο ρόλος των ΜΜΕ ως διαμεσολαβητών της εξουσίας απειλείται με την άνοδο του λαϊκισμού στη Δύση. Χαρακτηρίζοντας τα συμφέροντα των ελίτ ως εγγενώς αντίθετα με τις ανάγκες του «λαού», οι λαϊκιστές ισχυρίζονται ότι μόνον οι ίδιοι μπορούν πραγματικά να υπηρετήσουν τους απλούς πολίτες. Τα ΜΜΕ υπονομεύουν την αξιοπιστία των λαϊκιστών όταν προβάλλουν γεγονότα και αναλύσεις ειδικών που αμφισβητούν τον ισχυρισμό αυτό. Ο Ντόναλντ Τραμπ βρέθηκε να συμφωνεί με ηγέτες της ίδιας νοοτροπίας στην άλλη όχθη του Ατλαντικού όταν αποκάλεσε τα ΜΜΕ «εχθρούς του αμερικανικού λαού».

Αντί να διαψεύσουν συγκεκριμένες πτυχές κάποιου ρεπορτάζ, οι λαϊκιστές επιτίθενται στους δημοσιογράφους ως αποκομμένους από την πραγματικότητα των απλών ανθρώπων. Ο Ζόλταν Κόβατς, ο επικοινωνιολόγος του Βίκτορ Ορμπαν, αμφισβήτησε την κάλυψη του προσφυγικού στην Ουγγαρία από τους New York Times λέγοντας: «Είναι εύκολο να γοητεύεσαι από αυτές τις ανοησίες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων όταν γράφεις editorials σε ένα γραφείο στο κεντρικό Μανχάταν. Εμείς όμως είμαστε μία κυβέρνηση που έχει ευθύνη για την ασφάλεια των πολιτών μας». Σε μία αντιφιλελεύθερη δημοκρατία, οι επιταγές της ασφάλειας έναντι της τρομοκρατίας ή και της οικονομικής αβεβαιότητας δεν μπορούν να συνυπάρξουν με την ελευθεροτυπία.

Σε μία περίοδο που η εμπιστοσύνη στα ΜΜΕ έχει μειωθεί σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες, οι επιθέσεις κατά του Τύπου έχουν αποδειχθεί αρκετά αποτελεσματικές ώστε να προκαλούν σοβαρή ανησυχία. Σε πολλές περιπτώσεις, έχουν μεταφραστεί σε πραγματικούς περιορισμούς στην ελευθερία του Τύπου. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, ο Πολωνός πρόεδρος Αντρέι Ντούντα χαιρέτισε τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν στους κοινοβουλευτικούς συντάκτες της χώρας του. Τα σχόλιά του ακολούθησαν μία ακόμα επίθεση του Ντόναλντ Τραμπ κατά του CNN.

Η σημασία της δημοσιογραφίας ως μηχανισμού ελέγχου της πολιτικής εξουσίας πρέπει να αναδειχθεί εκ νέου. Οι δημοκράτες πολίτες πρέπει να αναγνωρίσουν την αξία των γεγονότων και της αλήθειας. Ταυτόχρονα, τα συστημικά μέσα πρέπει να κατανοήσουν καλύτερα τους ψηφοφόρους που στηρίζουν τους λαϊκιστές.

Ο Νάιτζελ Φάρατζ, από τους πρωτεργάτες του Brexit, είπε πρόσφατα ότι τα παραδοσιακά ΜΜΕ πρέπει να «βγουν από τη μητροπολιτική ζώνη ασφαλείας τους». Στις ΗΠΑ, τουλάχιστον, είναι αλήθεια ότι τα ΜΜΕ έχουν αποκοπεί από την ενδοχώρα. Το 75% των εργαζομένων σε διαδικτυακά μέσα εργάζονται σε κομητείες τις οποίες η Χίλαρι Κλίντον κέρδισε με διαφορά μεγαλύτερη των 30 μονάδων.

Τέλος, οι πολιτικοί που φιλοδοξούν να νικήσουν τους λαϊκιστές πρέπει να καλωσορίζουν την επίμονη δημοσιογραφία. Στην τελευταία του συνέντευξη Τύπου, ο Μπαράκ Ομπάμα είπε στους δημοσιογράφους: «Ο ρόλος σας δεν είναι να είστε κόλακες, είναι να είστε σκεπτικιστές, να θέτετε τα δύσκολα ερωτήματα».

Σε μία δημοκρατία, οι ηγέτες αντλούν την εξουσία τους από τη συναίνεση των κυβερνωμένων. Οι περισσότεροι ηγέτες αποσπούν τη συναίνεση αυτή βάσει της ποιότητας των πολιτικών τους προτάσεων. Οι λαϊκιστές θεωρούν ότι η δική τους ατζέντα είναι το μόνο σωστό μονοπάτι. Στον βαθμό που τα ΜΜΕ συμβάλλουν στην κατανόηση των διαφορετικών πολιτικών προτάσεων των αντίπαλων παρατάξεων, δεν είναι συμβατά με την ιδεολογία του λαϊκισμού.

* Η κ. Κλάρα Χέντρικσον είναι ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Brookings. Ο κ. Ουίλιαμ Γκόλστον είναι Senior Fellow στο Brookings.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ