Αρίστος Δοξιάδης* ΑΡΙΣΤΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ*

Μικρή ιστορία απρόσμενης επιτυχίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Π​​ώς προκύπτουν μερικές αναπάντεχες επιτυχίες όταν το κοινωνικό περιβάλλον δεν είναι ευνοϊκό; Πώς δημιουργήθηκαν επιχειρήσεις με δική τους τεχνολογία που εξάγουν σε όλον τον κόσμο από την Ελλάδα; Πώς κάποια λίγα ελληνικά startups πάνε τόσο καλά; Πώς μερικά πανεπιστημιακά εργαστήρια στη χώρα μας παράγουν αποτελέσματα και δημοσιεύσεις τόσο υψηλού επιπέδου; Πώς κέρδισε η εθνική ομάδα μπάσκετ το Ευρωμπάσκετ το 1987 και η εθνική ποδοσφαίρου το Euro 2004; Το ερώτημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια χώρα όπου το κράτος και οι συλλογικοί φορείς λειτουργούν συνήθως εχθρικά ή αδιάφορα απέναντι σε τέτοιες προσπάθειες.

Το ξανασκέφτηκα πρόσφατα χάρη σε μια επιτυχία έξι Ελλήνων στο μπριτζ, που κέρδισαν το αργυρό μετάλλιο σε μια πολύ μεγάλη διοργάνωση. Το European Open Championship γίνεται κάθε δύο χρόνια, και μετέχουν σε αυτό 120 ομάδες από όλο τον κόσμο. Αγωνίζονται εκεί όλοι οι κορυφαίοι παίκτες του κόσμου, που είναι συνήθως επαγγελματίες. Είναι μία από τις τρεις μεγάλες διοργανώσεις του αγωνίσματος, κάτι σαν την Ευρωλίγκα στο μπάσκετ (αλλά με ομάδες από όλες τις ηπείρους), ή το US Open στο τένις. Για το ελληνικό μπριτζ ήταν η μεγαλύτερη διάκριση μέχρι τώρα, και την πέτυχαν έξι ερασιτέχνες.

Το μπριτζ είναι, μαζί με το σκάκι και το Go, ένα εξαιρετικά απαιτητικό διανοητικό άθλημα, για το οποίο δημοσιεύονται δεκάδες τεχνικά βιβλία κάθε χρόνο, αναπτύσσονται νέα συστήματα, υπάρχουν σεμινάρια, και ακαδημίες, και διεθνούς φήμης προπονητές. Εχει μερικές εκατοντάδες επαγγελματίες που πληρώνονται από χορηγούς για να ασχολούνται αποκλειστικά με αυτό, αλλά και δεκάδες εκατομμύρια παίκτες που είναι εγγεγραμμένοι σε τοπικούς ομίλους. Δεν είναι ατομικό αγώνισμα, όπως το σκάκι και το Go. Παίζουν ζεύγη, και στις μεγάλες διοργανώσεις παίζουν ομάδες των τριών ζευγών. Δεν υπάρχουν προγράμματα υπολογιστών που να μπορούν να προπονήσουν ή να νικήσουν τους καλούς παίκτες, ίσως επειδή η πληροφορία δεν είναι ορατή σε όλους, όπως στο σκάκι. Συνεπώς, οι παίκτες πρέπει να μαθαίνουν μαζί τοπικά, σε μικρές ομάδες, αλλά να παρακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις στις τεχνικές. Για τους λόγους αυτούς, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν μοιάζουν με αυτές που έχουν τα ερευνητικά εργαστήρια ή τα startups που προσπαθούν να πετύχουν σε παγκόσμιο επίπεδο.

Διερεύνησα λοιπόν την ιστορία αυτής της πρόσφατης επιτυχίας, επιδιώκοντας να αντλήσω συμπεράσματα με γενικότερο ενδιαφέρον. Πρώτο σημαντικό γεγονός ήταν το 2010, όταν δύο νέοι παίκτες, 23 ετών τότε, κέρδισαν χρυσό μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ζευγών Νέων («νέοι» σημαίνει έως 26 ετών). Ηταν το πρώτο ελληνικό χρυσό σε οποιαδήποτε κατηγορία πανευρωπαϊκών αγώνων του μπριτζ. Οφειλόταν στο ταλέντο δύο ανθρώπων, χωρίς κάποια ιδιαίτερη στήριξη από τον περίγυρο. Με αυτή την έννοια, μπορεί να θεωρηθεί τυχαία επιτυχία από την οπτική του οικοσυστήματος. Ιδιαίτερα ταλέντα υπάρχουν παντού, και μπορούν να ξεχωρίζουν περιστασιακά ακόμα και στις χειρότερες συνθήκες.

Επόμενο βήμα ήταν μια μικρή χρηματοδότηση, καλά στοχευμένη. Ενας εύπορος παίκτης αποφάσισε να πληρώσει για να φέρει στην Ελλάδα έναν προπονητή παγκόσμιας εμβέλειας. Το όνομά του προσέλκυσε αρκετούς νέους με φιλοδοξίες, που άρχισαν να μελετούν και να προπονούνται μαζί του. Αποτέλεσμα ήταν καλές εμφανίσεις σε διεθνείς διοργανώσεις το 2011 και 2012, από περίπου δέκα παίκτες σε διάφορους συνδυασμούς, που οι περισσότεροι ήταν νέοι σε ηλικία. Καλή επίδοση σήμαινε μία θέση στο άνω 30% της κατάταξης.

Ακολούθησε το στάδιο του «ενάρετου κύκλου». Δημιουργήθηκαν περισσότερα ζεύγη νέων, που άρχισαν να προπονούνται μεθοδικά και να επιδιώκουν τη συμμετοχή σε δύσκολα διεθνή τουρνουά. Η Ομοσπονδία, οι όμιλοι, και μερικοί χορηγοί, τους στήριξαν πληρώνοντας δαπάνες συμμετοχής και ταξιδιού, καθώς και αμοιβές (Ελλήνων) προπονητών. Τα χρήματα αυτά έκαναν διαφορά. Υπήρξαν και αποτυχίες, αλλά το επίπεδο στην κορυφή του ελληνικού συστήματος ανέβηκε σημαντικά. Δύο ή τρία ζεύγη άρχισαν να δοκιμάζουν και να τροποποιούν τις τεχνικές καινοτομίες του παγκόσμιου «υψηλού» μπριτζ, ενώ κάποιοι άλλοι βελτίωσαν πολύ την ικανότητα εκτέλεσης απέναντι σε δύσκολους αντιπάλους. Υπήρχαν αρκετοί καλοί παίκτες στη χώρα για να βελτιώνονται όλοι από τον ανταγωνισμό και τη συνεργασία. Ετσι έφτασαν στο αργυρό μετάλλιο φέτος.

Διακρίνω λοιπόν τρία στάδια μέχρι σήμερα: την «τυχαία» εκκίνηση που ανάγεται σε ατομικό ταλέντο, τη στοχευμένη ώθηση από έναν εξωτερικό χρηματοδότη και τον ενάρετο κύκλο του ίδιου του οικοσυστήματος, που μαθαίνει ταυτόχρονα να αναδεικνύει παίκτες και να παρακολουθεί τα παγκόσμια πράγματα. Λείπει ένα ακόμα στάδιο για να σταθεροποιηθούν στην κορυφή: να γίνουν επαγγελματίες. Στο European Open, σε όλες σχεδόν τις ομάδες που πέρασαν στην τελική φάση, οι παίκτες έχουν μισθό και πλήρη απασχόληση στο μπριτζ. Τα χρήματα είναι κυρίως από χορηγούς. Είναι το στάδιο της οικονομικής σταθερότητας.

Τα ίδια στάδια ισχύουν, νομίζω, και για την εξέλιξη άλλων δραστηριοτήτων που βασίζονται σε μικρές ομάδες, και σημείωσαν παγκόσμια επιτυχία από την Ελλάδα: η μεταπολεμική ναυτιλία, οι επιχειρήσεις mobile marketing πριν από δεκαπέντε χρόνια, τα startups τεχνολογίας πρόσφατα, η έρευνα στις βιοεπιστήμες ή στα νανο-υλικά. Με ατομική προσπάθεια, λίγη βοήθεια από έξω και αλληλοστήριξη φτάνουν κάπου ψηλά. Μπορούν όμως να παραμείνουν στην κορυφή, χωρίς ευνοϊκούς θεσμούς και οικονομική αυτοτέλεια;

* Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι εταίρος στο Openfund, πατέρας ενός από τους έξι της νικήτριας ομάδας και δεν παίζει μπριτζ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ