Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Η ύβρις ενός σόου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​​«​Το σόου είναι των Ελλήνων», είχε πει ο Ουίνστον Τσώρτσιλ όταν επισκέφθηκε την Ελλάδα καταμεσής της μάχης της Αθήνας, τον Δεκέμβριο του 1944.

Η ρήση έχει μια διαχρονικότητα. Το σόου συνεχίζεται, πρέπει να συνεχιστεί, το έχουμε δει πολλές φορές από το 1944 έως σήμερα, το είδαμε και πολύ πρόσφατα στο προαύλιο της ΕΡΤ, είτε με το μνημείο «των πεσόντων» καθεαυτό είτε με το αυτοσχέδιο σόου που έστησαν μεταξύ τους δύο πρώην σύμμαχοι, η κ. Μακρή και ο κ. Τσακνής.

Μπορεί ο σερ Ουίνστον να το έλεγε ειρωνικά τότε, η αλήθεια είναι όμως ότι η υπερβολή, η υπερδραματοποίηση, η υπερχείλιση συναισθήματος και πάθους, η πόλωση και ο φανατισμός, ο αυτοοικτιρμός, η επιδεικτική έκφραση όλων αυτών των καταστάσεων του θυμικού μάς ταιριάζει, μας έρχεται εύκολη.

Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει αυτή η ιστορική συνέχεια μέσα στους αιώνες, από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο έως τη σύγχρονη Ελλάδα, αναρωτιέται κάποιος αν το «σόου» αποτελεί μετεξέλιξη, ή και μετάλλαξη αν προτιμάτε, της παράδοσης της τραγωδίας. Το «αλί και τρισαλί» και το «ωιμέ» το γνωρίζουμε καλά. Η τεράστια διαφορά βέβαια ανάμεσα στο τραγικό στοιχείο και στο σόου (ή το θέαμα) είναι πως στην πρώτη το «ωιμέ» το λέει ένας Οιδίποδας, μια Μήδεια, ένας Ορέστης ή Φιλοκτήτης· στο δεύτερο, το λέει κάποιος που νομίζει ότι υποφέρει όσο ένας Οιδίποδας ή μια Ηλέκτρα.

Ο Φρειδερίκος Νίτσε βασανιζόταν μέχρι τρέλας από το ερώτημα της καταγωγής της τραγωδίας στους Ελληνες. «Ενα βασικό ερώτημα», έγραφε στη «Γέννηση της Τραγωδίας» (μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, εκδ. Πανοπτικόν), «είναι η σχέση του Ελληνα με τον πόνο, ο βαθμός ευαισθησίας του – παραμένει σταθερή αυτή η σχέση; Ή ανατρέπεται;».

Ο Νίτσε πάει, όπως το συνηθίζει, τη διερώτησή του ακόμα παραπέρα: «Το ερώτημα είναι αν η ολοένα και εντονότερη λαχτάρα του Ελληνα για ομορφιά, για γιορτές, για ηδονές, για καινούργιες λατρείες γεννήθηκε από κάποια έλλειψη, στέρηση, μελαγχολία, πόνο; Κι αν υποθέσουμε ότι η απάντηση είναι καταφατική –πράγμα που μας δίνει να καταλάβουμε και ο Περικλής (ή ο Θουκυδίδης) στον μεγάλο επιτάφιο λόγο– από πού προερχόταν τότε η αντίθετη και χρονολογικά προγενέστερη λαχτάρα, η λαχτάρα για το ειδεχθές, η καλή αυστηρή θέληση των παλαιότερων Ελλήνων για πεσιμισμό, για τραγικό μύθο, για εικόνες απ’ όλα τα φριχτά, κακά, αινιγματικά, εκμηδενιστικά, μοιραία στοιχεία που βρίσκονται στη βάση της ενθάδε ύπαρξης – από πού προερχόταν τότε η τραγωδία; Μήπως από την ευχαρίστηση, την ισχύ, την ξέχειλη υγεία, την υπερβολικά μεγάλη πληρότητα;».

Βεβαίως, εδώ θα πρέπει να πούμε ότι ο Νίτσε μιλάει για τον Ελληνα των αρχαίων χρόνων· αγνοεί παντελώς τον Ελληνα της Ορθοδοξίας, τον Ελληνα που κοντά στη λατρεία των αισθήσεων φέρνει μια παθητική μοιρολατρία, αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος.

Είπαμε παραπάνω πως στο σόου βαρυγκομάς σαν Οιδίπους ενώ δεν είσαι Οιδίπους. Κάπως ανάλογα, μπορείς και να στήνεις ένα ολόκληρο θέατρο ηρωισμού εκεί όπου δεν τίθεται κανένας ηρωισμός. Και εκεί, εισέρχεσαι, αθόρυβα μα ουσιαστικά, στη σφαίρα του γελοίου. Και ιδού πώς το ειδεχθές συνυπάρχει με τη γελοιότητα. Αυτό ίσως να είναι όντως μια ελληνική κατάκτηση.

Η ειρωνεία είναι ότι, ως γνωστόν, στην τραγωδία έχει τεράστια σημασία η απόδοση τιμών στους νεκρούς, η ταφή με τις πρέπουσες τιμές κτλ. Το αντίθετο συνιστά ύβρι. Σε ένα «μνημείο πεσόντων» στο οποίο δεν αναγράφονται πεδία μάχης, ονόματα νεκρών και ημερομηνίες θανάτου, η ύβρις αποκτά νέα διάσταση; Στα κλασικά μνημεία πεσόντων το αόρατο θεμέλιο είναι μια μάχη (π.χ. Κιλκίς, Καλπάκι, Κρήτη) ή ένας πόλεμος, με τις χρονολογίες να οριοθετούν αυστηρά το πλαίσιο (π.χ., 1912-13 ή 1940-41 κτλ.): εκεί διαβάζεις ονόματα ανθρώπων που έπεσαν στη μάχη ή εξαιτίας της κακουχίας.

Οταν όμως στήνεις ένα μνημείο πεσόντων χωρίς πεσόντες, το πράγμα ακροβατεί κάπου ανάμεσα στην ύβριν και το σόου. Με κάτι τέτοιες κινήσεις, από το τραγικό ξεγλιστράς εύκολα στο θέαμα, στο σόου και κάπου εκεί, με παντελή την απουσία κάθε σεβασμού και δέους, οι παριστάμενοι μπορούν να δώσουν και το δικό τους σόου. Και όλοι είναι ευχαριστημένοι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ