ΕΛΛΑΔΑ

Απάντηση φορέων βιβλίου στον ΣΕΑΒ: Ο συγγραφέας δεν είναι απλά ένα όνομα

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε συνέχεια των αντιδράσεων για το νομοσχέδιο για τα πνευματικά δικαιώματα, οκτώ σωματεία από τον χώρο του βιβλίου (ΕΝΕΛΒΙ, Εταιρεία Συγγραφέων, ΕΕΛ, ΣΕΕΒΙ, ΣΕΒΑ, ΣΕΚΒ, κ.ά.) απαντούν στον Συνδέσμου Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών (ΣΕΑΒ), τονίζοντας ότι δεν αποτέλεσε καμία έκπληξη η χθεσινή επιστολή των εκπροσώπων ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών, βιβλιοθηκονόμων αλλά και της Εθνικής Βιβλιοθήκης προς τον πρωθυπουργό όπου έκαναν λόγο για «καλές προθέσεις του Υπουργείου Πολιτισμού» σχολιάζοντας, ωστόσο, τις «περιορισμένες» ρυθμίσεις που αφορούν στις βιβλιοθήκες και στον δημόσιο δανεισμό

Υπενθυμίζεται μάλιστα ότι στην επιστολή κατηγορούν τους εκδότες ότι ζητούν εξωφρενικά ποσά από τις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες δημιουργώντας κλίμα φόβου σε ακαδημαϊκούς και φοιτητές.

Σε νέα τους παρέμβαση οι φορείς του βιβλίου σχολιάζουν ότι οι συντάκτες της επιστολής μάλλον ξεχνούν ότι «διδασκαλία χωρίς αντικείμενο διδασκαλίας δεν υπάρχει φυσικά» και προσθέτουν:

«Κατά ποια λογική λοιπόν θα πρέπει να πληρώνεται ο διδάσκων ή ο βιβλιοθηκονόμος και όχι αυτός που του προσφέρει το υλικό της εργασίας του; Ή μήπως το υλικό αυτό περιορίζεται στο αντικείμενο και όχι στο περιεχόμενο;»

Μάλιστα αναρωτιούνται αν οι εκπρόσωποι των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών και βιβλιοθηκονόμοι γνωρίζουν «ότι οι βιβλιοθήκες της χώρας μας δαπανούν τεράστια ποσά εν μέσω κρίσης». «Οι συντάκτες της επιστολής γνωρίζουν άραγε τα ποσά που δαπανούν στην Ευρώπη χώρες με χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα; Και τι σχέση έχει αυτό με τον δανεισμό και την αναπαραγωγή;», σημειώνουν οι φορείς του βιβλίου. 

Παράλληλα τονίζουν ότι αυτή «η νοοτροπία είναι γνωστή: το βιβλίο, το περιοδικό ή η εφημερίδα θεωρούνται από τους συντάκτες της λίγο πολύ αυτόνομα αντικείμενα. Δεν είναι προϊόντα πνευματικής εργασίας που η εκμετάλλευσή της συνεπάγεται ότι πρέπει να αμείβεται, όπως άλλωστε κάθε μορφή εργασίας. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή ό,τι αναπαράγεται είναι σαν να μην έχει καν παραχθεί. Δεν ανήκει σ’ εκείνον που το έχει παραγάγει αλλά σ’ αυτόν που το χρησιμοποιεί».

Σύμφωνα με την ανακοίνωση πρόκειται «για μια αντίληψη πρωτοφανής για τα ευρωπαϊκά δεδομένα και για τα ισχύοντα στην πλειονότητα των χωρών παγκοσμίως. Ο συγγραφέας σύμφωνα με την αντίληψη αυτή δεν έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει αμοιβή από το προϊόν της εργασίας του, που συνιστά περιουσιακό του στοιχείο, και ο εκδότης του δεν θα πρέπει να αποζημιώνεται για την απώλεια των πωλήσεων που συνεπάγεται η αναπαραγωγή ενός κειμένου ή βιβλίου, για την παραγωγή του οποίου έχει καταβάλει ένα σεβαστό ποσόν». 

Αναλυτικότερα, στην ανακοίνωση αναφέρονται τα εξής:

 «Προκαλεί όμως έκπληξη το γεγονός ότι οι συντάκτες της επιστολής αγνοούν πως τα πνευματικά δικαιώματα συνιστούν μείζον πολιτιστικό και κοινωνικό αγαθό, ότι προστατεύονται από τη Συνθήκη της Βέρνης που την έχει υπογράψει και η Ελλάδα, ότι είναι το κύριο όπλο στον αγώνα για την καταπολέμηση της πειρατείας κι ότι διασφαλίζουν όχι μόνο το υλικό αλλά και το ηθικό δικαίωμα του δημιουργού, δηλαδή το δικαίωμα της ταυτότητας και της πατρότητας του έργου, αυτό που διεθνώς αποκαλείται copyright. Και τα πνευματικά δικαιώματα δεν αφορούν μόνο την παραγωγή αλλά και την αναπαραγωγή των έργων.

Στην επιστολή αναφέρονται και κάποια νούμερα, όπως λ.χ. τα ποσά που δαπάνησε η Πολιτεία για την αγορά βιβλίων – για να αποδειχθεί άραγε τι; Ότι οι βιβλιοθήκες της χώρας μας δαπανούν τεράστια ποσά εν μέσω κρίσης; Οι συντάκτες της επιστολής γνωρίζουν άραγε τα ποσά που δαπανούν στην Ευρώπη χώρες με χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα; Και τι σχέση έχει αυτό με τον δανεισμό και την αναπαραγωγή; 

Διδασκαλία χωρίς αντικείμενο διδασκαλίας δεν υπάρχει φυσικά. Κατά ποια λογική λοιπόν θα πρέπει να πληρώνεται ο διδάσκων ή ο βιβλιοθηκονόμος και όχι αυτός που του προσφέρει το υλικό της εργασίας του; Ή μήπως το υλικό αυτό περιορίζεται στο αντικείμενο και όχι στο περιεχόμενο;  Τι είναι δηλαδή ο συγγραφέας ενός βιβλίου; Ένα όνομα απλώς ή ένα βιογραφικό σημείωμα;

Κανείς δεν αρνείται τις εξαιρέσεις που συνεπάγεται για τα πνευματικά δικαιώματα το διδακτικό έργο. Αυτό όμως αφορά τη διδασκαλία και όχι την αναπαραγωγή. Οι συντάκτες της επιστολής λένε επ’ αυτού πράγματα παντελώς ανυπόστατα, όπως για παράδειγμα ότι θέλουν να διδάσκουν, να ερευνούν και να εξετάζουν τους φοιτητές τους χωρίς να φοβούνται τις μηνύσεις των εκδοτών, λες και οι εκδότες τους εμποδίζουν να τα κάνουν όλα αυτά. Και βέβαια κανείς δεν τους απειλεί με μηνύσεις. Αγγίζει τα όρια της συκοφαντίας αφού ποτέ συγγραφέας ή εκδότης ή οργανισμός που τους εκπροσωπεί δεν στράφηκε δικαστικά κατά βιβλιοθήκης.

Αντιθέτως ο ΟΣΔΕΛ που διαχειρίζεται τα δικαιώματα συγγραφέων και εκδοτών έχει στείλει δεκάδες προσκλήσεις προς τον ΣΕΑΒ, προς την Ένωση Βιβλιοθηκονόμων, προς την Εθνική Βιβλιοθήκη, προς το Υπουργείο Παιδείας ζητώντας διάλογο για την επίλυση των θεμάτων, χωρίς ποτέ να υπάρξει ουσιαστική ανταπόκριση.

Αυτό που ζητούμε είναι να σέβονται οι πάντες τους νόμους και οι νόμοι να είναι δίκαιοι για όλους. Κι όπως προστατεύεται και αμείβεται η διδασκαλία έτσι να προστατεύονται και να αμείβονται οι δημιουργοί (συγγραφείς) και όσοι επενδύουν στο δημιούργημα (εκδότες).

Γνωρίζουν βεβαίως οι συντάκτες της επιστολής ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια παραβιάζουν επί χρόνια κατάφωρα τους νόμους της Πολιτείας αρνούμενα να προχωρήσουν στις αυτονόητες αδειοδοτήσεις και τα προβλεπόμενα από τον νόμο ποσά. Τώρα ζητούν να αλλάξει ένας νόμος που τα πανεπιστήμια ουδέποτε τήρησαν. Αυτό κι αν είναι πρωτοτυπία.

Λένε οι συντάκτες ότι θέλουν να χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο για να «κάνουν τη δουλειά τους χωρίς να αναρωτιούνται συνεχώς αν αυτό είναι νόμιμο ή όχι». Δεν τους απασχολεί καν το μείζον θέμα της πειρατείας που οργιάζει στο Διαδίκτυο, του σφετερισμού της πνευματικής ιδιοκτησίας και της λογοκλοπής που έχουν πάρει διαστάσεις επιδημίας.

Θέλουν οι υπογράφοντες «να συνεχίσουν να παράγουν γνώση». Κανείς σώφρων άνθρωπος θα είχε αντίρρηση φυσικά. Αυτό όμως που θεωρούν – και σωστά – ως γνώση προϋποθέτει τη γνώση που έχουν δημιουργήσει και κάποιοι άλλοι, την αμοιβή της οποίας οι συντάκτες της επιστολής θεωρούν εμπόδιο στο έργο τους.

Αναρωτιόμαστε σε τι τους αφορά το θέμα της αμοιβής από την αναπαραγωγή ή τον δημόσιο δανεισμό και για ποιον λόγο παρεμβαίνουν. Ως γνωστόν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι κρατικά, όπως και η μεγάλη πλειονότητα των βιβλιοθηκών. Επομένως είναι ζήτημα της Πολιτείας το θέμα των σχετικών αμοιβών. Οι ίδιοι αμείβονται για το έργο που προσφέρουν. Δεν μπορούν όμως να ζητούν να μην αμείβονται όσοι άλλοι δημιουργούν και παράγουν ένα έργο που εκείνοι αναπαράγουν, για οιονδήποτε λόγο και με οποιοδήποτε πρόσχημα.

Θυμίζουμε στους συντάκτες της παραπάνω επιστολής πως δύο είναι κυριότεροι πυλώνες του πολιτισμού: το κτίσμα και το κείμενο. Και το κείμενο έχει πατρότητα και ταυτότητα – άρα και όλα τα δικαιώματα, ηθικά και υλικά που προκύπτουν από αυτό. Αυτά θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητα σε κάθε πολιτισμένη – και ιδιαίτερα ευρωπαϊκή – χώρα. 

Αξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ,

Οι συγγραφείς και εκδότες απευθύνουμε έκκληση και σας ζητάμε το στοιχειώδες και αυτονόητο: Να μην προχωρήσει η Κυβέρνησή σας σε αιφνιδιαστική νομοθέτηση καταστρεπτικών για τον κλάδο του Βιβλίου διατάξεων, χωρίς προηγουμένως να μας δοθεί η δυνατότητα να διατυπώσουμε καν τις απόψεις μας, χωρίς καμία διαβούλευση, αντιθέτως να μεσολαβήσετε για να γίνει ουσιαστικός διάλογος για την βέλτιστη επίλυση των κρίσιμων θεμάτων».

Την επιστολή υπογράφουν: Ένωση Ελληνικού Βιβλίου (ΕΝ.ΕΛ.ΒΙ), Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών (Ε.Ε.Λ),  Εταιρεία Συγγραφέων, Κύκλος Ποιητών, Σύλλογος Ελληνικού Επιστημονικού Βιβλίου (ΣΕΕΒΙ), Σύλλογος Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών (Σ.Ε.Β.Α.), Σύνδεσμος Εκδοτών Βιβλίου (Σ.ΕΚ.Β). 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ