ΚΟΣΜΟΣ

Άποψη: Ελπίδα ή διχασμός

ΝΙΚΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ*

Ιούνιος 2016. Διαδηλωτές διαμαρτύρονται για τη φυλάκιση δύο δημοσιογράφων και ενός ακαδημαϊκού έξω από τα γραφεία της εφημερίδας Ozgur Gundem. Οι κρατούμενοι με την κατηγορία ότι είναι οπαδοί του Φετουλάχ Γκιουλέν έχουν φτάσει τις 50.000.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η «πορεία της δικαιοσύνης» κορυφώθηκε σαν πυροτέχνημα στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης το απόγευμα της Δευτέρας. «Η προσπάθειά μας είναι μια νέα αρχή, το πρώτο βήμα για μια δημοκρατική Τουρκία», ανακοίνωσε ο ηγέτης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, στη λαοθάλασσα που τον υποδέχτηκε στη συνοικία του Μαλτεπέ. Ο πρωτοφανής δυναμικός του λόγος και ο αντίκτυπος στα χιλιάδες μέλη της τουρκικής κοινωνίας, που τον συνάντησαν στην πορεία του από την Αγκυρα ώς την Κωνσταντινούπολη, διαμαρτυρόμενοι για το καθεστώς ανελευθερίας στη χώρα, δεν μπορούν παρά να γεννήσουν ένα φως ελπίδας για τη δημοκρατία στην Τουρκία.

Παρ’ όλα αυτά, και παρά τον ενθουσιασμό του ξένου Τύπου για τον παλμό του κινήματος διαμαρτυρίας, στο καθεστώς της Τουρκίας συνεχίζει να επικρατεί το σκοτάδι της μετα-πραξικοπηματικής πραγματικότητας. Η «πορεία της δικαιοσύνης» πέφτει σχεδόν έναν χρόνο μετά την απόπειρα πραξικοπήματος που συγκλόνισε τη χώρα, και τη βρίσκει περισσότερο διχασμένη από ποτέ. Λόγω της συγκυρίας, λοιπόν, θα ήταν ενδιαφέρον να κάνει κανείς μια σύντομη αναδρομή στον χρόνο που μας πέρασε, για να αξιολογήσει το πόσο ελπιδοφόρο είναι το μέλλον της δημοκρατίας στη γειτονική χώρα.

Το πρώτο αξιοσημείωτο γεγονός συνέβη μόλις μία μέρα ύστερα από το πραξικόπημα, όταν ο τουρκικός Τύπος κατηγόρησε ομόφωνα τον αυτοεξόριστο ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν ως «εγκέφαλο» του πραξικοπήματος. Παρά την έλλειψη στοιχείων για την κατηγορία, υπήρξε κάτι το αξιοπερίεργο στον τουρκικό Τύπο: οι δεκατρείς από τις δεκαπέντε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας στη χώρα κάλυψαν την απόπειρα με εξαιρετικά πανομοιότυπη διατύπωση. «Το έθνος μας έγραψε ένα έπος, απαντώντας στον τρομοκράτη Γκιουλέν», έγραφαν αυτολεξεί τα εξώφυλλα όλων των εφημερίδων –από τη συντηρητική «Σαμπάχ» μέχρι την αθλητική «Φοτομάτς»–, συμπληρώνοντας πως «κάθε εχθρός του Ερντογάν είναι και εχθρός της Τουρκίας». Στο ενημερωτικό φάσμα της χώρας δεν χωρούσε καμία αμφιβολία πως η χώρα χωριζόταν ξεκάθαρα σε δύο ομάδες: τους φιλοκυβερνητικούς και τους τρομοκράτες του Γκιουλέν.

Πάνω σε αυτό το διχαστικό μήνυμα χτίστηκε σταδιακά τους επόμενους μήνες μια πολιτική εκκαθάρισης των κυβερνητικών εχθρών. «Το πραξικόπημα ήταν δώρο Θεού», ανακοίνωσε ο πρόεδρος Ερντογάν, καλώντας τη χώρα σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης, ώστε να βρεθούν και να εξαλειφθούν οι συνεργάτες του Γκιουλέν. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, χιλιάδες στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι και δημόσιοι υπάλληλοι φυλακίστηκαν ως πραξικοπηματίες.

Καθώς το καθεστώς έκτακτης ανάγκης επεκτεινόταν αόριστα, οι συλλήψεις άρχισαν να επηρεάζουν και ευρύτερους κύκλους της τουρκικής κοινωνίας. Στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, γνωστό και ως «κάστρο της φιλελεύθερης σκέψης» στους ακαδημαϊκούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης, τοποθετήθηκε πρύτανης ο Μεχμέντ Οζκάν –αδερφός βουλευτή του κόμματος του Ερντογάν– αψηφώντας την υπερ-πλειοψηφία του προσωπικού που προτίμησε με την ψήφο του τη φιλελεύθερη αντίπαλό του. Σύντομα δεκάδες ακαδημαϊκοί αναγκάστηκαν να παραιτηθούν. Τον Μάρτιο, η επικεφαλής του τμήματος Ιστορίας απειλήθηκε με φυλάκιση και έσπευσε να φύγει άμεσα από τη χώρα επειδή υπέγραψε μια φιλειρηνική δήλωση για τη δράση του τουρκικού κράτους στο κουρδικό τμήμα της χώρας. Μόλις λίγες ώρες ύστερα από την άφιξη του πλήθους των διαμαρτυρόμενων στην Κωνσταντινούπολη τη Δευτέρα, 42 καθηγητές του πανεπιστημίου φυλακίστηκαν ως συνεργάτες του Γκιουλέν, ανεβάζοντας τον αριθμό των κρατουμένων στις 50.000.

Κι όμως το πιο τρομακτικό γεγονός, που συνήθως αγνοείται από αναλυτές και δημοσιογράφους, είναι η τυφλή υποστήριξη της πολιτικής εκκαθάρισης από την πλειοψηφία του τουρκικού πληθυσμού. «Ο λόγος του Ερντογάν είναι λόγος του Αλλάχ, θα τον ακολουθήσουμε μέχρι θανάτου», δήλωναν περήφανα οι κάτοικοι της συντηρητικής γειτονιάς του Φατίχ στη δημοσιογράφο των New York Times Σούζι Χάνσεν. Λίγα στενά δίπλα από το Μαλτεπέ, θα άκουγε κανείς τους θρησκευόμενους υποστηρικτές του προέδρου να κατηγορούν τους διαμαρτυρόμενους ως «τους χειρότερους εχθρούς του τουρκικού κράτους». Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως παρά τη δυναμική καμπάνια της αντιπολίτευσης, και την άμεση τοποθέτηση της ευρύτερης διεθνούς κοινότητας, το 52% του πληθυσμού συμφώνησε να διευρύνει την προεδρική εξουσία του Ερντογάν στο δημοψήφισμα του Απριλίου. Παρότι αυταρχικός, ο Τούρκος πρόεδρος παραμένει ξεκάθαρα ο ηγέτης της τουρκικής πλειοψηφίας.

«Η δημοκρατία είναι σαν λεωφορείο: σε πηγαίνει μέχρι τον προορισμό σου και ύστερα κατεβαίνεις», είχε αναφέρει ο Ερντογάν σε συνέντευξή του το 1996. Είκοσι ένα χρόνια μετά, τα λόγια του φαίνεται να αποδείχθηκαν προφητικά. Παρότι ελπιδοφόρα, η κάθε δημοκρατική δράση στη χώρα –από την ιστορική διαμαρτυρία στην πλατεία Ταξίμ μέχρι την εκλογική επιτυχία του κουρδικού κόμματος στις εκλογές του 2015– ακολουθείται από μια ακόμη πιο δυναμική, αυταρχική αντίδραση. Οι δημοσιογράφοι αναγκάζονται να σιωπούν, οι ακαδημαϊκοί απειλούνται με φυλάκιση, οι επικριτές της κυβέρνησης χαρακτηρίζονται τρομοκράτες από το καθεστώς και τους εκατομμύρια υποστηρικτές του. Ο αντίκτυπος της «πορείας της δικαιοσύνης» στα τουρκικά πολιτικά δρώμενα παραμένει άγνωστος, το σίγουρο όμως είναι πως ο Ερντογάν δεν την παρακολουθεί πλέον από «το λεωφορείο της δημοκρατίας». Εχει κατέβει στον προορισμό του προ πολλού.

* Ο κ. Νίκος Ευσταθίου είναι ιδρυτικό στέλεχος της δεξαμενής σκέψης «syn*πραξις».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ