Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Μα έχουν ρίζες τα παπούτσια;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​ο χαμόγελο του Μπαρίσνικοφ θυμίζει τον κομπέρ στο «Καμπαρέ». Δεν έχει τίποτα το καθησυχαστικό, είναι δυσοίωνο και συναντάει τον τρόμο. Το «Γράμμα σ’ έναν άντρα», σε σκηνοθεσία Μπομπ Γουίλσον, που παρουσίασε το Φεστιβάλ Αθηνών την περασμένη εβδομάδα, ήταν ένα από τα πλέον αναμενόμενα γεγονότα του φετινού φεστιβαλικού καλοκαιριού. Η σόλο παράσταση βασιζόταν στα ημερολόγια του μυθικού χορευτή Βασλάβ Νιζίνσκι (1889-1950) και την τρικυμιώδη σχέση του με τον ιδρυτή των Ρωσικών Μπαλέτων, ιμπρεσάριο Σεργκέι Ντιαγκίλεφ, στον οποίο αναφέρεται και το γράμμα του τίτλου. Το κείμενο - παρτιτούρα που χρησιμοποιεί ο Γουίλσον και αποδίδει ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, μέσα σε μια ακραία φορμαλιστική σύνθεση, με voice over, είναι από τα ημερολόγια του Νιζίνσκι, σκέψεις ενός ταραγμένου μυαλού, μεταξύ μεγαλοφυΐας και παράνοιας. Εξπρεσιονιστικοί φωτισμοί, σκιές, γεωμετρικά σχήματα - αντικείμενα, αρχιτεκτονική αντίληψη του χώρου, ένας κόσμος που φλερτάρει με την καρικατούρα, το γκροτέσκο, το εξωπραγματικό, το εσωτερικό βάσανο και την εξωτερική απειλή, υπολογισμένος με ακρίβεια και μεθοδικότητα. Ο θεατρικός κόσμος του Μπομπ Γουίλσον εν ολίγοις προσπάθησε να συνομιλήσει με αυτόν του Νιζίνσκι με ενδιάμεσο τον Μπαρίσνικοφ. Το κατόρθωσε ή όχι, οι γνώμες διίστανται.

Πριν από ένα μήνα, η Στέγη Γραμμάτων φιλοξένησε την τελευταία παραγωγή του Δημήτρη Παπαϊωάννου, τον «Μεγάλο Δαμαστή». Ο ίδιος ο δημιουργός του το περιγράφει ως «ένα παιδικό κόμικ για ενήλικες. Ενα αυτοσχέδιο τσίρκο στον εγκέφαλο κάποιου που είδε την ιστορία του κόσμου γραμμένη πάνω στα σώματα εκείνων που αγάπησε και πάνω στην τέχνη των ανθρώπων».

Τον θεατή υποδεχόταν στη σκηνή της Στέγης ένα σκοτεινό, απροσδιόριστο τοπίο με αλλεπάλληλες επιστρώσεις από γκρίζες-ανθρακί πλάκες. «Και μαζί η υπόμνηση θανάτου: ένας άνδρας εμφανίζεται στη σκηνή, γδύνεται και ξαπλώνει, ενώ ένας άλλος τον σκεπάζει με λευκό σεντόνι. Το επαναληπτικό μοτίβο, καλύπτω - αποκαλύπτω, θα επανέρχεται ολοένα στη διάρκεια της παράστασης. Ο αλλόκοτος θίασος και το γνώριμο α λα Παπαϊωάννου τελετουργικό σε άσπρο - μαύρο έχει ξεκινήσει με ένα πειραγμένο βαλς του Στράους να κουρδίζει υπαινικτικά τη δράση. Ενα ζευγάρι μαύρα ανδρικά παπούτσια στο προσκήνιο θα αποκαλυφθεί στη συνέχεια ότι έχουν ρίζες». Η εισαγωγή της Κλημεντίνης Βουνελάκη στην κριτική της παράστασης είναι ακριβής.

Στέκομαι στα παπούτσια με τις ρίζες, που ξεριζώνονται και επαναριζώνουν με έναν τρόπο εικαστικό και αυθαίρετο. Μια προέκταση από ρίζες - κλαδιά κράτησε κάποια στιγμή στα χέρια του και ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, κινώντας τα, με πλάτη στο κοινό, σε μια από τις πιο εύγλωττα υποβλητικές στιγμές της παράστασης του Γουίλσον.

Εάν κάποιος μπορούσε, νοητά, να αποκόψει τις δύο αυτές εικόνες και να τις τοποθετήσει δίπλα δίπλα, σε ένα ολιγόλεπτο βίντεο, θα αποκάλυπτε μια απροσδόκητη συνομιλία. Μια σύμπτωση, που εξελίσσεται σε διάλογο τόσο αποσπασματικό όσο τα ημερολόγια του Νιζίνσκι και τόσο θρυμματισμένο όσο τα εικαστικά ταμπλό του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Δύο σκέψεις που, μέσα από το βλέμμα του θεατή, μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, να βαδίσουν για λίγο παράλληλα, και ύστερα να ξαναπάρει η κάθε μία τη θέση της στο διαφορετικό σύμπαν των δημιουργών της.

Ο Νιζίνσκι - Μπαρίσνικοφ, στη μια περίπτωση, θυμίζει τους νευρώνες ενός εγκεφάλου, μέσα σε διαδρομές δαιδαλώδεις, μπερδεμένες, φαινομενικά ασύνδετες, που προσπαθεί να «δαμάσει». Τα χέρια - κλαδιά γεννούν μια απειλή ριζωμένη υποσυνείδητα. Η κίνησή τους είναι σαν νεύμα – ίσως για βοήθεια ή για λύτρωση; Από την άλλη, τα παπούτσια του Δ. Παπαϊωάννου δηλώνουν μια μεταμόρφωση που δεν έχει (και, ίσως, ούτε πρόκειται να) συντελεστεί. Στιγμιαία, οι δύο παραστάσεις «διασταυρώθηκαν» και μπλέχτηκαν μέσα μας σαν τις ρίζες στο χώμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ