ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Κατερίνα Ευαγγελάτου: «Οι απώλειες είναι ένα κομμάτι τού εαυτού μου»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

H «Αλκηστη» του Ευριπίδη. «Σοκαρίστηκα με το πόσο γραμμένα μοντέρνο έργο ήταν», λέει η σκηνοθέτις Κατερίνα Ευαγγελάτου. «Δεν έχει τραγικό ήρωα, έχει όμως ένα παράξενο φινάλε που ορισμένοι μελετητές το χαρακτηρίζουν χαρούμενο», συμπληρώνει.

Για την πρώτη της σκηνοθεσία στην Επίδαυρο με το Εθνικό Θέατρο, η Κατερίνα Ευαγγελάτου διάβασε όλα τα έργα του αρχαίου δράματος. Φτάνοντας στην «Αλκηστη» του Ευριπίδη «σοκαρίστηκα με το πόσο γραμμένα μοντέρνο έργο ήταν». Ωμό, κυνικό αλλά και βαθύτατα ποιητικό και ανθρώπινο, έτσι το χαρακτηρίζει. «Δεν έχει τραγικό ήρωα, έχει όμως ένα παράξενο φινάλε που ορισμένοι μελετητές το χαρακτηρίζουν χαρούμενο. Στην πραγματικότητα είναι αινιγματικό και για τη δική μας ανάγνωση βαθιά απεγνωσμένο έργο». Ενα κυνικό δράμα που γελάς σαρκαστικά. «Εχει στιγμές που η σάτιρα σε ξεσκίζει: ο φόβος του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο, η μικρότητα κάποιων να αντιμετωπίσουν τις ευθύνες τους, η σχέση υπηκόων με την εξουσία, η σχέση πατέρα – γιου, γυναίκας – άντρα».

Η νεαρή γυναίκα απέναντί μου, σχεδόν σου επιβάλλει να ακολουθήσεις την ένταση των εκφραστικών της ματιών σαν μιλά παθιασμένα για την πρώτη της σκηνοθετική απόπειρα στην Επίδαυρο. Εχει την ορμή των γονιών της, του Σπύρου Ευαγγελάτου και της Λήδας Τασοπούλου, όταν μιλάει για  το θέατρο και τη μουσική κι όσα τη συγκινούν. Στη θορυβώδη πλατεία Μαβίλη το ραντεβού, θυμάται τα ανέμελα παιδικά της καλοκαίρια στην Επίδαυρο αλλά κι αργότερα όταν έπαιξε με τη μητέρα της το 2001 στο αργολικό θέατρο, έπειτα με τον Στάθη Λιβαθινό, τη συνεργασία με τον Λευτέρη Βογιατζή. «Εχω ζήσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου στην Επίδαυρο αλλά η αγωνία της πρώτης σκηνοθεσίας είναι αλλιώς. Ο χώρος διαμορφώνει το αποτέλεσμα». Η δυσκολία τώρα είναι διπλή. Πρέπει να απευθυνθεί σε ευρύ κοινό με ένα κείμενο που μεταβάλλεται συνεχώς. 

Δεν γοητεύθηκε από την Αλκηστη. Αυτή τη γυναίκα, εξηγεί, δεν μπορείς να τη δεις όπως την Αντιγόνη ή την Ηλέκτρα. «Είναι ένα πρόσωπο που δεν μπορείς να το δεις αποκομμένο από τη δημιουργία ή την αξία της πράξης της. Θυσιάζεται επειδή ο άντρας της πρέπει να πεθάνει και αναζητά κάποιον άλλον να πάρει τη θέση του. Η μόνη που δέχεται είναι αυτή». Παίρνει την απόφαση με μια αντρική αποφασιστικότητα «κι αυτό είναι από τα στοιχεία που την καθιστούν πρόσωπο εξαιρετικό». 

Περισσότερο απ’ όλα, την Κατερίνα Ευαγγελάτου την απασχολεί το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται η ηρωίδα, υπό ποια πίεση οδηγήθηκε στην απόφαση να αυτοπροταθεί να πεθάνει. «Αν ο Αδμητος επιζήσει, τα παιδιά τους δεν έχουν πρόβλημα. Αντίθετα, ξέρει πως αν επιζήσει εκείνη, τα ανήλικα πιθανότατα θα γίνουν σφάγια κι εκείνη θα πουληθεί ως σκλάβα. Αυτά χαρακτηρίζουν την κοινωνία της εποχής και τη θέση της γυναίκας».

Ο Αδμητος, ο βασιλιάς των Φερών είναι μια εντελώς μοναδική περίπτωση προσώπου που εμφανίζεται στο αρχαίο δράμα. «Δεν έχει τίποτα το ηρωικό. Μπροστά στον πρόωρο θάνατο γίνεται πολύ μικρός. Εχει τη φήμη ότι είναι πολύ φιλόξενος και ο Απόλλων ως αντάλλαγμα για τη συμπεριφορά του, επειδή του φέρθηκε καλά, του δίνει το ειδικό προνόμιο να ξεφύγει από τον πρόωρο θάνατο, αρκεί άλλος να δεχθεί να πεθάνει στη θέση του. Οι γονείς του αρνούνται να τον υποκαταστήσουν στον Αδη και η μόνη που δέχεται είναι η σύζυγός του, η Αλκηστη. Ομως, ο Αδμητος στην ουσία αποδέχεται ότι η δική του ζωή αξίζει περισσότερο από κάποιου άλλου από τον οποίο θα ζητήσει να θυσιαστεί. Στην πορεία του έργου δεν μετανιώνει ούτε μια στιγμή. Ακόμη κι όταν κλαίει πάνω από τη γυναίκα του, της λέει “μη με αφήνεις”, την ώρα που πεθαίνει. Κι εκείνη του απαντά “φτάνει που πεθαίνω εγώ για σένα”. Αυτή η σκηνή δεν έχει τίποτα το ρομαντικό και το ηρωικό. Αγγίζει την παρωδία. Διαδραματίζεται μπροστά στους υπηκόους και κανείς δεν αντιδρά να του πει τι κάνεις, αφήνεις τη γυναίκα σου να πεθάνει για σένα; Ο μόνος που αντιλέγει είναι ο πατέρας του. Είναι μια σπαρταριστική σκηνή του Γιάννη Φέρτη που παίζει τον Φέρη και του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου που ερμηνεύει τον Αδμητο».

Την παράστασή τους που ανεβαίνει σε μετάφραση του Κώστα Τοπούζη, την τοποθετεί σε ένα ανδροκρατούμενο στρατοκρατικό καθεστώς, σε μια επαρχία  της Ελλάδας της δεκαετίας του ’70. Την οδήγησε σ’ αυτό  «η σιωπή όλων στις πράξεις του Αδμήτου, η παράξενη υποταγή, αποτέλεσμα ενός απολυταρχικού πολιτεύματος». Ο νους της είναι στραμμένος στη δικτατορία, κι ας μην την έζησε.  Οσο για τη θυσία της ηρωίδας και το σήμερα, λέει: «Δεν γνωρίζω κανέναν άνθρωπο που θα πέθαινε για τον σύντροφό του, για το παιδί του όμως ξέρω πολλούς». 

Τη ρωτάω για το επάγγελμα του ηθοποιού και του σκηνοθέτη, τα γνωρίζει άλλωστε και τα δύο καλά. Θυμώνει με τη νοοτροπία που κυριαρχεί. «Ηθοποιός και σκηνοθέτης στην Ελλάδα μπορεί καθένας να γίνει. Αυτό δημιουργεί μειωμένες απαιτήσεις και μεγάλες παρεξηγήσεις ως προς το τι είναι επαγγελματικό και τι δεν είναι». Οσοι δουλεύουν κοντά της, λένε ότι είναι έξυπνη, μεθοδική, αγχώδης, απαιτητική. «Τον άντρα απαιτητικό σκηνοθέτη τον χαρακτηρίζουν τελειομανή, τη γυναίκα υστερική. Να μια ακόμη παρεξήγηση. Δεν υπάρχει δημοκρατία στο θέατρο. Υπάρχει ένας σκηνοθέτης που αναλαμβάνει την ευθύνη να οδηγήσει τους συνεργάτες του στο αποτέλεσμα, αλλιώς ας γυρίσουμε στο 1890 που δεν είχε γεννηθεί η τέχνη της σκηνοθεσίας».

Κοιτάμε στα διπλανά τραπέζια όπου οι άνθρωποι συζητούν χωρίς να σταματούν να στέλνουν μηνύματα. «Υπάρχει ένα ζήτημα με την επικοινωνία. Βλέπεις γονείς που βγαίνουν να φάνε και δίνουν στα παιδιά το τάμπλετ για να εξασφαλίσουν λίγη ώρα ησυχίας. Παρέες στα μπαρ που δεν φλερτάρουν με το βλέμμα αλλά κοιτάζουν χαμηλά στην οθόνη. Χάνονται η  ανθρώπινη επαφή, οι λέξεις, η ομιλία. Ο τρόπος έκφρασης γίνεται με φατσούλες, το λεξιλόγιο περιορίζεται. Αυτά περνούν στον λογοτεχνικό λόγο αλλά και στο δημοσιογραφικό γραπτό.

Υπάρχουν νέοι δέκα χρόνια μικρότεροί μου που δεν γνωρίζουν λέξεις. Φτάνουμε στον Οργουελ».  

Δεν της αρέσουν οι γενικεύσεις πολιτικού τύπου. Παραδέχεται πως «η κοινωνία είναι σε μια ακραία στιγμή, έτοιμη να κατασπαράξει οιονδήποτε άνθρωπο που αγκάλιαζε πριν από λίγο. Υπάρχει τεράστια αγριότητα και στα κοινωνικά δίκτυα. Με τρομερή ευκολία δημιουργείται μια ψευδής αλληλεγγύη και ένα ρεύμα σπίλωσης και κανιβαλισμού. Ολα είναι ζήτημα παιδείας. Φασισμός είναι η έλλειψη της κουλτούρας να μπεις στη θέση του άλλου».

Την απασχολεί ο πρόωρος θάνατος...

Ο θάνατος χαρακτηρίζει όλες τις παραστάσεις της. Ισως γιατί απασχολεί έντονα και την ίδια. Βίωσε την απώλεια τρεις φορές, σχεδόν κάθε πέντε χρόνια. «Είναι από τα ζητήματα που απασχολούν την παγκόσμια δραματουργία και λογοτεχνία, παρ’ όλα αυτά τον παίρνω προσωπικά, δεν είναι θέμα που  λύνεται, ειδικά ο πρόωρος. Στην πρώτη μου σκηνοθεσία την «Ερωτευμένη νεκρή», το 2006  είχε μόλις πεθάνει η μητέρα μου, στα 51 της. Επειτα ο αδερφός μου, τόσο νέος... Μετά ο πατέρας μου. Δεν προετοιμάζεσαι ό,τι κι αν λέμε. Μαθαίνεις να ζεις με ένα υπόκωφο πόνο. Κάποτε σε πνίγει με μια αφορμή. Οι απώλειες είναι ένα κομμάτι του εαυτού μου». Δεν  κατέφυγε σε ειδικό. «Μου φαίνεται παράξενο να εκθέσω τη ζωή μου σε έναν ξένο. Λίγοι είναι οι αληθινοί φίλοι αλλά και πάλι κάποια τα κρατάς για σένα». 

Οι πρώτες επαγγελματικές της επιθυμίες αφορούσαν την αρχαιολογία και την εγκληματολογία. Μεγαλώνοντας διάλεξε τη Φιλοσοφική την οποία ξεκίνησε με πάθος στο πρώτο έτος αλλά «άρχισα να ασφυκτιώ με το θεωρητικό του πράγματος. Επιπροσθέτως, δεν ήταν όλοι οι καθηγητές τόσο εμπνευσμένοι στις παραδόσεις τους». Διάλεξε τη δραματική σχολή του Εθνικού κι όταν τελείωσε σπούδασε αρκετά και σε βάθος θέατρο στο Λονδίνο και στη Μόσχα. Στα 38 πια, λέει πως «θα ήθελα να κάνω ένα διάλειμμα από το θέατρο και να σπουδάσω Ιστορία. Ζηλεύω τη γενιά του πατέρα μου, τον τρόπο που διδάχτηκαν Ιστορία. Στη γενιά μου και στους νεότερους νιώθω την έλλειψη». Της αρέσει η αναζήτηση. «Αγαπώ την εξερεύνηση, την έκπληξη που προσφέρει η μεθοδική έρευνα, αγαπώ τον μόχθο ενός μελετητή, την ομαδικότητα στην έρευνα αλλά και την ηγετική θέση για να οδηγήσεις το σύνολο σε μια κατεύθυνση». 

Τον Σεπτέμβριο έχει αναλάβει την επανάληψη του «Αμύντα», της τελευταίας παράστασης που έκανε ο Σπύρος Ευαγγελάτος κι έπειτα τον Μάρτιο θα σκηνοθετήσει το «Ζ» του Βασιλικού σε σύγχρονη όπερα για τη Λυρική Σκηνή. Πιστεύει στον «ενεργοποιημένο, ευαίσθητο, με χιούμορ θεατή που αγαπά το θέατρο λόγου». Ομως, όταν τη ρωτάω για τα μελλοντικά όνειρα, βιαστική όπως είναι για την πρόβα, με αποχαιρετά με τους στίχους του Διονύση Σαββόπουλου: «Τα όνειρά σου μην τα λες γιατί μια μέρα κρύα μπορεί και οι φροϊδιστές να ’ρθουν στην εξουσία».

​​«Αλκηστη» Ευριπίδη, 28, 29 Ιουλίου Επίδαυρο, με τους: Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, Κίττυ Παϊταζόγλου, Γιάννη Φέρτη, Δημήτρη Παπανικολάου, Ερρίκο Μηλιάρη, Κώστα Βασαρδάνη, Σωτήρη Τσακομίδη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ