ΜΟΥΣΙΚΗ

Γοητευτική παράσταση μιας ουτοπικής στιγμής

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Σκηνή από το έργο «Οκτώ τραγούδια για έναν τρελό βασιλιά» του Πήτερ Μάξουελ Ντέηβις (φωτ. Σάκης Μπιρμπίλης).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Μια «πρόταση πάνω στην τρέλα» παρουσιάστηκε στις 24 Ιουνίου στο θέατρο Ρεξ στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Περιλάμβανε τρία έργα μουσικού θεάτρου, δύο ιστορικά και ένα σύγχρονο. Ακούστηκαν τα «Οκτώ τραγούδια για έναν τρελό βασιλιά» του Βρετανού Πίτερ Μάξουελ Ντέιβις, έργο του 1969 για ανδρική φωνή και ενόργανο σύνολο, η σύνθεση «Η αρρώστια μου είναι το γιατρικό που χρειάζομαι» του Αυστριακού Τόμας Λάρχερ, έργο για υψίφωνο βιολί, τσέλο και πιάνο γραμμένο το 2002 και αναθεωρημένο το 2013 όπως επίσης η «Κασσάνδρα», απόσπασμα από την «Ορέστεια» του Ξενάκη, έργο του 1987 για βαρύτονο και σόλο κρουστά.

Στον απόηχο της αισθητικής της τραγουδιστής απαγγελίας όπως την αποκρυστάλλωσε ο Σένμπεργκ στις αρχές του 20ού αιώνα, οι δύο παλαιότερες συνθέσεις εντάσσονται στις αναζητήσεις της προσωπικής γλώσσας κάθε δημιουργού στο πλαίσιο της μεταπολεμικής μουσικής πρωτοπορίας. Πρόκειται για πειράματα που επιχείρησαν να απεμπλακούν από το παρελθόν της λυρικής τέχνης, παρέμειναν όμως ερμητικά κλεισμένα στον εαυτό τους χωρίς να κατορθώσουν να διατυπώσουν μία πρόταση, η οποία θα μπορούσε να υποστηρίξει πειστικά ένα νέο ή διαφορετικό είδος μουσικού θεάτρου. Βασικό εμπόδιο υπήρξε –και παραμένει– η χρήση της φωνής, ανδρικής ή γυναικείας με τρόπο που δεν επιτρέπει στον θεατή την κατανόηση του αδόμενου λόγου και συνεπώς δεν επιτρέπει την παρακολούθηση όσων συμβαίνουν επί σκηνής, χωρίς το βλέμμα να είναι κολλημένο στους υπέρτιτλους, τους οποίους προσφέρει σήμερα η τεχνολογία. Αντίθετα απ’ ό,τι στη «συμβατική» όπερα, στα έργα αυτά η μουσική δραματουργία λέει ελάχιστα για το περιεχόμενο.

Οι τρεις μονόλογοι υπηρετήθηκαν υποδειγματικά, με τους όρους τους, τόσο μουσικά, από το σύνολο Ergon, τον αρχιμουσικό Κάσπερ ντε Ρο και τους δύο μονωδούς, τον βαρύτονο Χόλγκερ Φαλκ (Μάξουελ Ντέιβις, Ξενάκης) και την υψίφωνο Αρτεμη Μπόγρη όσο και σκηνικά από τους τραγουδιστές υπό την καθοδήγηση του Πάρι Μέξη. Στο πνεύμα του μεταπολεμικού μοντερνισμού των έργων, ο Μέξης απάλλαξε το θέαμα από οποιαδήποτε «ιστορική» ή «ρεαλιστική» αναφορά και έστησε μια καλαίσθητη, μινιμαλιστική παράσταση, η οποία στηρίχθηκε στις ερμηνευτικές και υποκριτικές ικανότητες των τραγουδιστών. Μια κίτρινη καρέκλα σε ρόλο χρυσού θρόνου, ένα χάρτινο στέμμα και ένα κανονάκι σε ρόλο λύρας ήταν τα μόνα στοιχεία, με τα οποία συνομίλησαν Φαλκ και Μπόγρη. Και οι δύο απέδωσαν πειστικά τις επιδιωκόμενες όψεις τρέλας. Συνολικά μια καλοστημένη βραδιά. Αρκεί να θυμάται κανείς ότι και οι προσπάθειες αυτές, ανήκουν πλέον στον χώρο της ιστορίας και όχι στο μέλλον του μουσικού θεάτρου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ