ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Η θεία Αντέλα, το Σέντραλ Παρκ και ο μπαλονάς

ΜΙΧΑΛΗΣ Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ

Ένα καλοκαίρι, ο θείος μου ο Διονύσης και η θεία η Αντέλα έφτασαν με το «Βασίλισσα Φρειδερίκη» από την Αμερική.

Ο θείος Διονύσης δεν ήτανε μπρούκλης. Ωστόσο, είχε καλή δουλειά σε μια εταιρεία ύδρευσης της Νέας Υόρκης. Η γυναίκα του ήταν καμιά δεκαπενταριά χρόνια νεότερή του, όμορφη και χαμογελαστή, με μαλλιά καστανά περμανάντ. Θυμάμαι φορούσε ένα φουστάνι μεσάτο και κάτω φαρδύ, με μεγάλες μπλε βούλες, είχε χείλη κατακόκκινα και νύχια, σε χέρια και πόδια, κόκκινα... Αυτός ξερακιανός, λίγο νευρικός.

Ήρθαν και στο σπίτι μας και η θεία μου μου έφερε ένα ελικόπτερο παιχνίδι.

Παιδιά δεν είχανε. Κάτι άκουσα να λένε με τους γονείς μου χαμηλόφωνα, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω παρά μόνο την αρνητική διάθεση της μάνας μου.

Με τα πολλά, μου το είπανε. Θα πήγαινα μαζί τους για λίγο καιρό. Με φορτώσανε και με άλλα παιχνίδια. Και κάποτε, έπειτα από ταξίδι δεκαπέντε ημερών, φτάσαμε στη Νέα Υόρκη. 

Μένανε σε ένα διαμέρισμα δύο δωματίων και δίπλα, σ’ ένα μικρό διαμερισματάκι η μητέρα της θείας Αντέλας, η κυρία Ευγένα Μονστελέζε. Μ’ αυτήν πέρναγα τα πρωινά, καθώς η θεία μου δούλευε σ’ ένα μαγαζί με ρούχα. Ο θείος μου γύριζε το βράδυ, νευρικός και κατάκοπος.

Η πιο ωραία ώρα της ημέρας ήταν όταν γύριζε η θεία Αντέλα. Είχε συνήθεια μόλις έφτανε να κάνει ένα ντους. Μια φορά, φορούσε μια ρόμπα, καθόταν στην καρέκλα και έβαφε τα νύχια της. Φαινόταν λίγο το ένα της βυζί και λίγο τα μπούτια της. Ήμουν γύρω στα εννέα και ένιωθα μια γλύκα να με πλημμυρίζει. Τη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ. 

Μια μέρα μού είπε η θεία μου πως την Κυριακή, μετά την εκκλησία, θα πάμε στο Σέντραλ Παρκ. Θα φάμε παγωτό και θα μου πάρει και μπαλόνι. Ο θείος μου θα πήγαινε στη συνέλευση των Ζακυνθίων. Όλη τη βδομάδα ζούσα με την προσμονή της Κυριακής. 

Τα πιο πολλά μπαλόνια στο Σέντραλ Παρκ τα πουλούσε ένας Έλληνας από την Πάτρα, ο Αντρέας Μουστοξύδης. Το επώνυμό του μου φάνηκε αστείο, αλλά δεν είπα τίποτα, γιατί κατάλαβα πως ο κ. Αντρέας ήταν μάλλον συμπαθής στη θεία Αντέλα.

Η πολυπόθητη Κυριακή έφτασε. Πήγαμε στο Σέντραλ Παρκ. Η θεία Αντέλα μού πήρε παγωτό και τραβήξαμε για το μέρος όπου συνήθως ο κ. Αντρέας πουλούσε τα μπαλόνια του. Και τι απογοήτευση. Δεν ήταν εκεί. Στεναχωρήθηκα εγώ, αλλά φάνηκε πως στεναχωρήθηκε κι αυτή. Γυρίσαμε στο σπίτι άρον άρον.

Το βράδυ επέστρεψε ο θείος μου φουριόζος και πέταξε την εφημερίδα «Ατλαντίς» στο τραπέζι. Εκείνη άρχισε να διαβάζει σιωπηλά. Ταράχτηκε. Έγινε καβγάς. Ήρθε η γιαγιά Ευγένα και με πήρε. Πήρε όμως μαζί της και την εφημερίδα. Το βράδυ εκείνης της Κυριακής διάβασα: «Θεαματική αυτοκτονία ομογενούς πωλητού μπαλονίων. Εγέμισεν εκατοντάδας μπαλονίων με αέριον ήλιον, τα οποία προσέδενεν λίγα λίγα σε κιγκλίδωμα. Κατόπιν τα έδεσεν όλα εις ένα σχοινίον, εις την άκρην του οποίου κατέληγε μία θηλιά. Την επέρασεν εις τον λαιμόν του, απέκοψε το σχοινίον από το κιγκλίδωμα και έκτοτε νεκρός περιφέρεται υπό του ανέμου υπεράνω της Νέας Υόρκης. Ομογενείς δυνάμενοι να γνωρίζουν, ισχυρίζονται ότι έτρεφε ανανταπόδοτον έρωτα προς την ωραίαν σύζυγον ομογενούς μας».

Ήταν η τελευταία μου Κυριακή στη Νέα Υόρκη. Ο θείος Διονύσης και εγώ γυρίσαμε στην Αθήνα.

Η αλήθεια πάντως είναι πως αυτή η Κυριακή θα μου μείνει αξέχαστη. Αν και δεν έχω πάει ποτέ στη Νέα Υόρκη. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ