«Ποιο είναι το αίσθημα που κυριαρχεί στον κόσμο της Τουρκίας αυτή τη στιγμή; Ο φόβος. Δυστυχώς, ο φόβος κυβερνά τη χώρα», είπε στο «Κ» ο Τζαν Ντουντάρ, ο πρώην αρχισυντάκτης της «Τσουμχουριέτ» και επίσης συγγραφέας και γνωστός ντοκιμαντερίστας, που τον Μάϊο του 2015 δημοσίευσε φωτογραφικό υλικό που αποδείκνυε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι μυστικές υπηρεσίες της Τουρκίας προμήθευαν με όπλα ισλαμιστές στη Συρία. Ήξερε ότι η πράξη του θα είχε συνέπειες. 

Κατηγορήθηκε για αποκάλυψη κρατικών μυστικών, για κατασκοπεία και για υποκίνηση ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης. Με συνοπτικές διαδικασίες οδηγήθηκε σε ένα κελί στις φυλακές της Σηλυβρίας. Έπειτα από 92 ημέρες και με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου αφέθηκε ελεύθερος. Ακολούθησε η επίθεση ενός αγνώστου, που, αποκαλώντας τον προδότη, τον πυροβόλησε άστοχα δύο φορές. Έπειτα ήρθε το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου και οι δικαστές που είχαν αποφασίσει την αποφυλάκισή του ήταν από τους πρώτους που συνελήφθησαν. Η είδηση τον βρήκε στο εξωτερικό και έκτοτε ζει εξόριστος στην Ευρώπη, με ένα ένταλμα σύλληψης να εκκρεμεί αν επιστρέψει στην πατρίδα του.

Καταφέραμε να τον εντοπίσουμε και να μιλήσουμε μαζί του στο τηλέφωνο με αφορμή το βιβλίο του «Μας συνέλαβαν!», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κριτική και αποτελεί το χρονικό της φυλάκισής του. Τα γεγονότα, οι σκέψεις του, η ρουτίνα στο κελί του· η συγκλονιστική μαρτυρία ενός ανθρώπου που χωρίς να έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα βρέθηκε εν μια νυκτί στην απομόνωση. Ο ίδιος παρομοιάζει τον εαυτό του με τον Γιόζεφ Κ., τον ήρωα της «Δίκης» του Κάφκα, ο οποίος, σύμφωνα με την περίφημη φράση του βιβλίου, «χωρίς να έχει κάνει τίποτα κακό, ένα ωραίο πρωί συνελήφθη». Πώς είναι, τον ρωτήσαμε, πώς είναι να βρίσκεσαι ξαφνικά μέσα σε ένα κελί; «Είναι ένα μεγάλο τεστ», είπε. «Ευτυχώς, εγώ ήμουν κάπως προετοιμασμένος, γιατί μέσα από τα ντοκιμαντέρ μου έχω ασχοληθεί με σκηνοθέτες, καλλιτέχνες και συγγραφείς που πέρασαν από τις τουρκικές φυλακές. Είναι μάλλον κάτι σαν παράδοση... Σκέφτηκα λοιπόν ότι είχε έρθει η σειρά μου, ότι έπρεπε να το αντιμετωπίσω και να αρχίσω να γράφω». Το βιβλίο του γράφτηκε (κυρίως) μέσα στη φυλακή. 

Η βάση του πλέον είναι κυρίως η Γερμανία, όπου ασχολείται με την έκδοση ενός περιοδικού και τη δημιουργία ενός οίκου που θα εκδίδει βιβλία που είναι αδύνατον να κυκλοφορήσουν στην Τουρκία. «Είναι στενάχωρο να ζω μακριά από τη χώρα μου, το σπίτι μου, την οικογένειά μου, αλλά γνωρίζω ότι αυτό είναι μέρος του επαγγέλματός μου, στην Τουρκία αυτού του είδους η δημοσιογραφία έχει το ρίσκο της φυλάκισης και της εξορίας». Θα μπορούσε να βρεθεί ένας τρόπος να επιστρέψει; «Ποτέ δεν ξέρεις», είπε. «Η Τουρκία είναι όλο εκπλήξεις. Εγώ είμαι πάντα αισιόδοξος, ακόμα και όταν ήμουν μέσα στη φυλακή». 

Στο γραφείο του στην «Τσουμχουριέτ» λίγο μετά την αποφυλάκισή του. 

Ο φόβος του Ερντογάν

Στον πρόλογο του βιβλίου του γράφει ότι «όσο η Τουρκία χωρίς την Ευρώπη θα γίνει μια εξοστρακισμένη χώρα, εχθρική προς τη Δύση και απολυταρχική, τόσο η Ευρώπη χωρίς την Τουρκία θα γίνει μια ήπειρος μονόχρωμη, εσωστρεφής και αναποτελεσματική». Ακολούθησε το δημοψήφισμα. Τον ρωτήσαμε αν πιστεύει το ίδιο. «Η Τουρκία αυτή τη στιγμή δεν έχει κάποια ευρωπαϊκή προοπτική», είπε. «Η Ευρώπη κατάλαβε με τι είδους άνθρωπο καλείται να συνομιλήσει. Το μόνο που συμβαίνει είναι ότι ο Ερντογάν προκαλεί τους Ευρωπαίους για να δείξει στους υποστηρικτές του ότι είναι ακόμη ισχυρός». Πιστεύει ότι το δημοψήφισμα τον αποδυνάμωσε. «Έχασε τους μορφωμένους ανθρώπους, τη σύγχρονη πλευρά της Τουρκίας, έχασε την Κωνσταντινούπολη. Ο κόσμος βλέπει καθαρά τι είδους κυβέρνηση θέλει να φτιάξει και οι διαμαρτυρίες είναι όλο και πιο έντονες». Εκτιμά μάλιστα ότι η επιθετικότητα που επιδεικνύει η σημερινή κυβέρνηση είναι απόδειξη ενός πράγματος: «Ο Ερντογάν φοβάται».

Προς το τέλος του βιβλίου γράφει μια επιστολή προς τον Τούρκο πρόεδρο, ευχαριστώντας τον που τον βοήθησε να προσθέσει τη φυλακή στο βιογραφικό του. «Είναι προφανώς ειρωνεία», μας είπε, «και το έγραψα γιατί ο Ερντογάν μισεί το χιούμορ. Αλλά έχει και μια δόση αλήθειας. Αν δεν είχα φυλακιστεί, δεν θα είχα γράψει ποτέ αυτό το βιβλίο, δεν θα είχε μεταφραστεί στα ελληνικά και δεν θα μιλούσαμε μαζί αυτή τη στιγμή. Η ιστορία αυτή με έκανε γνωστό και βοήθησε να ακουστούν και να αναγνωριστούν τα προβλήματα της σημερινής Τουρκίας». Η ιστορία του, πάντως, είχε κι άλλες συνέπειες. Το γεγονός ότι ένας δημοσιογράφος φυλακίστηκε έχει προκαλέσει τη φίμωση πολλών που θα ήθελαν να μιλήσουν, είτε πρόκειται για δημοσιογράφους είτε πρόκειται για συγγραφείς ή σκηνοθέτες. «Αυτολογοκρίνονται, και αυτό είναι ακόμα πιο επικίνδυνο», σχολίασε ο Ντουντάρ. Μπορείτε να τους κατηγορήσετε; «Φυσικά και όχι, μόνο την κυβέρνηση μπορώ να κατηγορήσω γι’ αυτό». 

Του ζητάω να επιστρέψει σε εκείνο το απόγευμα στα γραφεία της «Τσουμχουριέτ», όταν μαζί με τους συνεργάτες και τους συναδέλφους του αποφάσιζαν περήφανα να προχωρήσουν στη δημοσίευση των φωτογραφιών και του ρεπορτάζ που είχαν στα χέρια τους, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που αυτή η απόφαση θα είχε στις προσωπικές τους ζωές. Και του ζητάω να σκεφτεί αν θα έπαιρνε την ίδια απόφαση με τη σημερινή του γνώση για όσα ακολούθησαν. «Ασφαλώς», είπε. «Αυτό είναι το καθήκον μου ως δημοσιογράφου, να αποκαλύπτω την αλήθεια. Διαφορετικά θα έπρεπε να ντρέπομαι». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ