ΒΙΒΛΙΟ

Χειρονομία συνομιλίας διαφορετικών ποιητικών κόσμων

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΥΣΟΣ ΤΟΜΑΡΑΣ

Η Σύνθια Νίξον ως Εμιλυ Ντίκινσον στην πρόσφατη ταινία «Ησυχο πάθος». Για την τρομερή εσωτερική μάχη στην ποίηση της μεγάλης Αμερικανίδας ποιήτριας του 19ου αιώνα γράφει, μεταξύ πολλών άλλων, στο βιβλίο του ο Διονύσης Καψάλης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
Η ταραχή των ανθρώπινων
εκδ. Αγρα, 2016, σελ. 304

Τα δοκιμιακά βιβλία των ποιητών αγαπιούνται, ενίοτε, όσο και τα ποιητικά βιβλία των ποιητών. Οχι γιατί γίνονται αφορμές για τη διατύπωση ενός προγραμματικού λόγου ή μιας ορθολογικής κριτικής θέσης, αλλά γιατί κατακτούν το δικαίωμα μιας πνευματικής, προσωπικής συνομιλίας με το θέμα τους, η οποία σοβεί έναν βαθύτερο συγγραφικό εαυτό, έτοιμος σε κάθε αράδα να ξεμυτίσει προκειμένου να αποκαλυφθεί. Το φαινόμενο δεν απαντάται μόνον στην ποίηση ή την πεζογραφία· αντίθετα, το συγγραφικό ύφος πολλών δοκιμιογράφων υπήρξε απαράμιλλο (ποιος προσωπικότερος, άλλωστε, του Μονταίνιου;). Δεν μιλάμε, εδώ, για τον διεκπεραιωτικό φιλόλογο, ούτε για τον ακαδημαϊκό ταξινομητή: Το ένστικτο του γραφιά ρέπει κάθε φορά προς την πνευματική εξομολόγηση, που αυτήν τη φορά οφείλει να αφιερωθεί στη σοβαρή μελέτη, στη συνομιλία με τις πηγές και την πειθαρχία.

Μάλιστα, το ιδίωμα της μελέτης που γράφεται από ποιητή (στο παρόν σημείωμα ο Διονύσης Καψάλης αντιμετωπίζεται κυρίως ως ποιητής) στάθηκε ιστορικά, τόσο για τη νεοελληνική σκέψη όσο και για τη νεοελληνική γλώσσα, εξαιρετικά κρίσιμο. Είναι αδύνατον, για παράδειγμα, να σκεφτεί κανείς τον Παλαμά, τον Σεφέρη ή τον Τέλλο Αγρα, χωρίς τα δοκιμιακά, τα κριτικά γραφτά τους (η περίπτωση Λορεντζάτου είναι πιο ιδιαίτερη). Ακριβώς το ίδιο, βεβαίως, μπορεί αναντίρρητα να λεχθεί και για τις βροντερές δυτικές περιπτώσεις, όπως ο Μπωντλαίρ και ο Ελιοτ, των οποίων ο κριτικός λόγος φαντάζει σήμερα απροσπέραστος για τον αναγνώστη που αγκαλιάζει το φαινόμενο της τέχνης με έναν πιο εντατικό τρόπο.

Στο πεδίο του στοχαστικού δοκιμίου, λοιπόν, μπορεί να παιχτούν πολλά και γι’ αυτό, ίσως, η ποιότητα της σύνθεσης τέτοιων δοκιμίων είναι κάθε φορά ενδεικτική για την εποχή και τη σκέψη της. Το πολυποίκιλο αναγνωστικό πλησίασμα (με το βάθος που του πρέπει) του βασικού σώματος της λογοτεχνίας μας ενέχει τη δυναμική μιας πλατιάς ματιάς στα πράγματα του τόπου, του κόσμου και της εποχής, στα γράμματά μας, στα μεγάλα θέματα των βιβλίων. Ο χώρος του δοκιμίου δεν μπορεί παρά να είναι ο χώρος μιας μεγάλης κουβέντας, όπου συλλογιζόμαστε, κάθε φορά, τη σχέση του εαυτού μας με τη γλώσσα, την ποίηση, τη ζωντανή μας παράδοση, τη σύγχρονη συνθήκη μας, τον ανοιχτό, κάθε φορά, και θεμελιακά ελεύθερο ορίζοντά μας προς τον κόσμο.

Αυτή είναι η αίσθηση που αποκομίζει κανείς διαβάζοντας τα δοκίμια του Καψάλη, ένα ένα. Η αίσθηση, δηλαδή, μιας ανοιχτής χειρονομίας συμφιλίωσης, ένωσης και συνομιλίας διαφορετικών ποιητικών κόσμων (που σημαίνει: τρόπων να κοιτάζει κανένας τη ζωή). Και, παρόλο που όλα τα κείμενα του τόμου προέρχονται από ξέχωρες ομιλίες και δημοσιεύσεις σε περιοδικά, η συνολική εικόνα μοιάζει με πολύχρωμο μωσαϊκό μιας φωνής, που με το ξετύλιγμα των διακυμάνσεών της αρνείται, επί της ουσίας, να δει τα πράγματα σαν ασάλευτα κάστρα, αλλά αντίθετα τα υποβάλλει διαρκώς στη δοκιμή της συζήτησης, μιας ομόκεντρης διαλεκτικής που τους χαρίζει την ιδιότητα να αποτελούν για εμάς δυνητικά τοπία νοήματος και, ως εκ τούτου, λύτρωσης.

Σημείο εκκίνησης για όλα αυτά, οι τριάντα πάνω-κάτω σελίδες του αρχικού δοκιμίου «Η ποίηση της παιδικής ηλικίας», μία υπόθεση που λειτουργεί σαν σημάδι ολόκληρου του τόμου. Εδώ, μέσα από διαδοχικές πολιορκίες πνευματικών κόσμων (η επιτύμβια στήλη της Αμφαρέτης –5ος αιώνας π.Χ.–, Κόπερφιλντ του Ντίκενς, Οιδίποδας, Μισελέ, Σαπφώ, Βιρτζίνια Γουλφ, Φράνκενσταϊν, Μπλαίηκ και Ουέρντσουερθ, Χαίλντερλιν, Μπωντλαίρ, Παζολίνι, Τέλλος Αγρας) διερευνάται ευφυώς η παιδική ηλικία ως πρωταρχικός, θεμελιώδης τόπος, όπου το ποίημα (ή και κάθε άλλος τύπος κατορθωμένης έκφρασης) κατακτά τη δυνατότητα ενός πυρηνικού νοήματος: «... ποιος είναι ο ομιλητής, το παιδί ή ο ποιητής; Ή μήπως πρέπει να εντοπίσουμε την προέλευση του ερωτήματος στο ασαφές εκείνο όριο όπου συναντιόμαστε όλοι, ανταλλάσσουμε σύμβολα, πειστήρια αλληλεγγύης, και συνομιλούμε με τα είδωλα της απωλεσμένης παιδικότητάς μας – το σημείο όπου το ποίημα δοκιμάζει να κερδίσει την καθολικότητά του;».

Η συνάντηση όλων μας, το ερώτημα ως κατάσταση, η παραδοχή και η συγχώρεση (ένα συγκεκριμένο ψυχαναλυτικό θρόισμα, εξάλλου, διαπερνά διακριτικά αλλά σταθερά το βιβλίο), τα σύνορα του βίου και της συνύπαρξης, η μόνιμη διερώτηση πάνω στο ποίημα ως μορφή καμωμένη από χέρι τεχνίτη: Ολα υποτάσσονται σε αυτά τα στοιχεία και γίνονται αισθητά έτσι ακριβώς, κάτω από τον φακό μιας αδιάκοπης εσωτερικής ευελιξίας. Η δριμύτητα, για παράδειγμα, της ανεπίσημης ποίησης του Λάρκιν, τα διεισδυτικά σχόλια για την ειρωνεία στον Ελύτη και την «πρισματική του έκφραση», η μεγάλη τελική κατάφαση του χώρου και του χρόνου εκ μέρους του Καβάφη, η τρομερή εσωτερική μάχη στο εσωτερικό της ποίησης της Εμιλυ Ντίκινσον, η γραμμή του ορίου και της διάψευσης στο Mending a Wall του Ρόμπερτ Φροστ, ή το καθολικά τραγικό αντίκρισμα του ανθρώπου μέσα στον βασιλιά Ληρ.

Υπάρχει κάτι σε αυτό το βιβλίο που συνοψίζεται στη θέση του Καψάλη για τον Γέητς, πως δηλαδή η ποίηση μπορεί να σταθεί δίπλα μας, στον τόπο της απορίας, του φόβου και της προσδοκίας μας, στον κοινό τόπο όπου μπορούμε ευγνώμονες να δεχτούμε τη δωροφορία του ποιητή... Στο ίδιο κλίμα, δεν μπορεί παρά να επισημανθεί και ένας ιδιαίτερος τόνος ενωτικής νηφαλιότητας που ανιχνεύεται στις σελίδες της Ταραχής των ανθρώπινων, και αφορά στα νεοελληνικά γράμματα. Εκτός από την ψύχραιμη, πανοραμική ματιά στο δημοτικό τραγούδι με αφορμή τον Αλέξη Πολίτη ή τις ρωγμές που ανοίγονται, κάθε λίγο και λιγάκι, για σκέψη πάνω στην ποιητική μας γλώσσα, χαρμόσυνο γεγονός στέκεται αναμφίβολα και το κριτικό φως που πέφτει, θα έλεγε κανείς με φοβερή τρυφερότητα, στις μορφές του Λορέντζου Μαβίλη και του Τέλλου Αγρα.

Και στα δύο αυτά κείμενα καραδοκούν επισημάνσεις που κάνουν τον αναγνώστη να ξανανταμώσει τη γλώσσα των δυο μας ποιητών με ένα γλυκό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη, σημάδι αίσθησης ρίγους πρωταρχικού, υπενθυμίζοντάς μας πως υπάρχουν σπουδαία εργαστήρια αποσιωπημένα, σχεδόν κρυφά. Ετσι κι αλλιώς, τα πάντα σ’ αυτό το βιβλίο νεύουν προς την εκδοχή του διαρκούς ανοίγματος, προς ένα αβρό, θα λέγαμε, διάλεγμα μέσω αλλεπάλληλων μεγαλόκαρδων καταφάσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ