ΕΛΛΑΔΑ

Ενα βέτο ενώνει συνέδρια-φάρμακα

TΑΣΟΣ ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

O Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκου (ΕΟΦ) δεν περίμενε πολύ μέχρι να αναρτήσει την απόφασή του για τα λεγόμενα συνέδρια Τύπου Β΄ – τα ιατρικά συνέδρια, δηλαδή, που χαρακτηρίζονται αμιγώς προωθητικά (σ.σ. όλα είναι τέτοια). Μόλις είχε ληφθεί η απόφαση της Αρχής για την προστασία προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με την οποία ο νόμος του Μάκη Βορίδη του 2014, για την υποχρέωση δημοσιοποίησης εκ μέρους των φαρμακευτικών βιομηχανιών των ποσών που δίνουν σε γιατρούς προκειμένου να πάρουν μέρος σε συνέδρια, παραβιάζει τον νόμο για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.

Να σημειωθεί ότι η Ελλάδα είναι η τελευταία χώρα της Ευρώπης που δεν εφαρμόζει την υποχρέωση δημοσιοποίησης, αν και αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση, για περισσότερα από 2,5 χρόνια. Στην ανάρτησή της η πρόεδρος του ΕΟΦ, καθηγήτρια Κατερίνα Αντωνίου, καλούσε τις φαρμακευτικές «να υποβάλλουν, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 66 παρ. 7, ν. 4316/2014 (ΦΕΚ Α΄ 270), τα εν θέματι στοιχεία για τις Επιστημονικές Εκδηλώσεις προώθησης πωλήσεων από εταιρείες προϊόντων αρμοδιότητας ΕΟΦ (Τύπου Β΄) στην ηλεκτρονική πλατφόρμα που θα αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του ΕΟΦ, προκειμένου να ακολουθήσει η δημοσιοποίησή τους, σύμφωνα με τις υπ’ αρ. 2/2017 και 5/2016 Γνωμοδοτήσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα...».

Η αντίδραση από την πλευρά αρκετών φαρμακευτικών εταιρειών ήταν άμεση, καθώς φαίνεται ότι πιέζονται από τους γιατρούς που δεν θέλουν να ακούσουν το παραμικρό για οποιοδήποτε είδος δημοσίευσης στοιχείων για χρήματα εταιρειών σε επιστημονικές εταιρείες αλλά και φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν σε συνέδρια. Σχολιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο διοργανώνονται στην Ελλάδα τα ιατρικά συνέδρια, ο καρδιολόγος στο Τζάνειο, Χρ.Ντέλλος, παρατηρεί τα εξής: «Ολα τα συνέδρια, έτσι κι αλλιώς, τα πληρώνει η ιατρική βιομηχανία, μιας και έχει αναλάβει πρόθυμα το καθήκον της “συνεχιζόμενης ιατρικής εκπαίδευσης” και προσπαθεί να ικανοποιήσει τις πιεστικές απαιτήσεις εκτός των επίσημων ιατρικών εταιρειών, των ιατρικών σχολών και γνωστών ιδρυμάτων, και τους φιλόδοξους εκπαιδευτικούς στόχους κάθε κλινικής και κάθε εταιρείας μελέτης διαφόρων παθήσεων. Οι τελευταίες ξεφυτρώνουν σε απίστευτη συχνότητα, από διάφορες ομάδες γιατρών όλων των ειδικοτήτων, με στόχο να εκπαιδεύσουν και να διαφωτίσουν τους συναδέλφους τους για νέες και παλιές ασθένειες, προτείνοντας όμως πάντα νέες ακριβές θεραπείες. Γενικά, όλοι όσοι διοργανώνουν συνέδρια ξεπερνούν σε ζήλο τις εταιρείες και συχνά τις πιέζουν για πιο πολλά συνέδρια! Είναι τέτοιο το πάθος, που ακόμα και για τις σπάνιες ασθένειες με τα “ορφανά”, αλλά με πλούσια προίκα φάρμακα, να διοργανώνονται σε ένα χρόνο περισσότερες “συνεδρίες”, από τον αντίστοιχο μικρό αριθμό των ασθενών για κάθε μία. Οσο για τους “ειδικούς”, θα πρέπει να αντιστοιχεί στον καθένα το πολύ μισός ασθενής με την αντίστοιχη “σπάνια και ορφανή” νόσο...».

Οι αντιδράσεις των φαρμακευτικών εταιρειών, που πάντως στη συνεδρίαση της Αρχής για την προστασία των προσωπικών δεδομένων είχαν υποστηρίξει την ανάγκη της δημοσιοποίησης, δεν φαίνεται να εντυπωσίασαν τη διοίκηση του ΕΟΦ που με νεότερη ανακοίνωσή της καθιστούσε σαφές στους υπόχρεους με βάση τον νόμο: «Ο ΕΟΦ ενημερώνει κάθε ενδιαφερόμενο ότι η υποβολή όλων των στοιχείων γίνεται μόνο ηλεκτρονικά. Σημειώνεται ότι τυχόν παράβαση της υποχρέωσης δημοσιοποίησης των στοιχείων σχετικά με τις “Επιστημονικές Εκδηλώσεις προώθησης πωλήσεων από εταιρείες προϊόντων αρμοδιότητας ΕΟΦ (Τύπου Β΄)” επισύρει την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων».

Να σημειωθεί ότι ο νόμος του 2014 ήταν αποτέλεσμα διαβουλεύσεων της τότε ηγεσίας του υπουργείου Υγείας και με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Φαρμακευτικών Εταιρειών (EFPIA) στην οποία η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου είχε δεσμευθεί ότι το πρόβλημα της δημοσιοποίησης των δαπανών για τα συνέδρια θα αντιμετωπιζόταν και νομοθετικά.

Το 2016, σύμφωνα με στοιχεία του ΕΟΦ, έγιναν 1.800 συνέδρια στο εξωτερικό (επιστημονικά και εμπορικά), ενώ τα αιτήματα των φαρμακευτικών επιχειρήσεων προς τον ΕΟΦ ήταν 5.200. Ο αριθμός των συμμετεχόντων έφτασε τα 11.500 άτομα. Το ίδιο διάστημα, οι 700 επιστημονικές εταιρείες έκαναν αιτήματα για 1.000 συνέδρια στην Ελλάδα, όπου είχαν την πρόθεση να πραγματοποιήσουν 230.000 μετακινήσεις επιστημόνων του χώρου της υγείας, με έναν μέσο όρο δαπάνης που κυμαινόταν από 25.000 έως 30.000 ευρώ ανά εκδήλωση. Οι αιτήσεις εταιρειών με προϋπολογισμό άνω των 50.000 ευρώ ήταν πάνω από 60.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ