ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

documenta 14: Η έκθεση συνεχίζεται...

ΝΤΕΝΗΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Είναι λάθος να λέμε ότι η documenta 14 τελείωσε στις 16 Ιουλίου. Απλώς ολοκληρώθηκε η έκθεση της Αθήνας, αλλά συνεχίζεται η έκθεση στη Γερμανία που είναι ενιαία. Eτσι εκτιμώ πως μια ουσιαστική αποτίμηση της διοργάνωσης δεν μπορεί να γίνει προτού τελειώσει η έκθεση στο Κάσελ. Πρέπει να περιμένουμε τη συνολική διεθνή πρόσληψη και κριτική της έκθεσης. Οσο για την Ελλάδα, μας προσφέρουν το πρώτο μουσείο στην ιστορία της Ευρώπης και κεντρικό κτίριο της documenta, το μουσείο Φρεντεριτσιάνουμ, για να εγκαινιάσουμε το ΕΜΣΤ και τη συλλογή που έφτιαξε η Αννα Καφέτση και θέλει να συμπληρώσει η Κατερίνα Κοσκινά.

Δυστυχώς, αντί μιας τολμηρής ιδρυτικής έκθεσης που εγγράφει τη νεοελληνική τέχνη ως σύγχρονο μουσείο οργανικά στην ευρωπαϊκή Ιστορία, παρουσιάζεται μια ελληνοκεντρική έκθεση. Οι αμφιβολίες μου ως προς την παρουσίαση ενόχλησαν ή στενοχώρησαν κάποιους, αλλά αυτό δεν αναιρεί τη βεβαιότητά μου πως οι καλλιτέχνες ή οι συλλογές μας δεν υστερούν σε τίποτα μπρος στη διεθνή πραγματικότητα. Αλλά κι αυτό ακόμα θα το ξέρουμε τον Σεπτέμβριο.

Αν εξαιρέσετε συζητήσεις σε καλλιτεχνικά μπλογκ ή μεταξύ καλλιτεχνών, η γενικότερη συζήτηση που έγινε για την documenta –και εδώ υπάρχουν εξαιρέσεις βέβαια– ήταν εάν οι Γερμανοί ήρθαν να μας καταλάβουν, αν κοιτάνε προς την Αριστερά ή τη Δεξιά κ.λπ. Σπάνια στα ελληνικά ΜΜΕ είδα να ασχολείται κάποιος με συγκεκριμένα έργα και καλλιτέχνες. Τώρα ίσως ξεκινούν μερικές πιο συγκεκριμένες συζητήσεις. Ισως αυτό που προκάλεσε σε έναν πρώτο βαθμό η διοργάνωση είναι να μας θυμίσει τη δυσπιστία του καλλιτεχνικού ή του θεσμικού κόσμου της τέχνης στην Ελλάδα ως προς οτιδήποτε ξένο έρχεται, την έλλειψη της τεχνοκριτικής και της πλατφόρμας για δημόσιες συζητήσεις. Πόσες εφημερίδες αφιέρωσαν 2 ή 3 σελίδες για να εκφραστούν όχι γενικότητες αλλά απόψεις για τα έργα και τους καλλιτέχνες μιας έκθεσης που θεωρείται πως είναι ό,τι οι Ολυμπιακοί Αγώνες για τον αθλητισμό.

Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι φιλοξενήσαμε μια έκθεση με μηδαμινό κόστος και η Ελλάδα προβλήθηκε διεθνώς χωρίς κόστος, αλλά και χωρίς δική μας αντίληψη της πολιτιστικής προβολής η οποία παρέμεινε σε επίπεδο τουριστικών συζητήσεων. Η documenta έφερε στην πόλη πολύ καλούς καλλιτέχνες, έδωσε τη δυνατότητα σε Ελληνες δημιουργούς να εκφραστούν είτε με λόγια είτε με έργα, έγιναν δημόσιες εκδηλώσεις και ο απόηχος θα φανεί όταν τελειώσει στο Κάσελ. Το να πει κανείς πόσο συμφωνεί ή διαφωνεί με τη σύγχρονη τέχνη αφορά γενικεύσεις και υπεραπλουστεύσεις. Ενδεικτικά, δεν έχω δει τόσους πολλούς τεχνοκριτικούς, διευθυντές μουσείων, σημαντικούς επαγγελματίες της τέχνης και ξένους επισκέπτες – στη Δημοτική Πινακοθήκη είχαμε άμεση επαφή με όσους ήρθαν σε αυτό το διάστημα. 

Σχετικά με το ερώτημα εάν έμαθε η documenta από την Αθήνα ή το αντίστροφο, νομίζω ότι ο τίτλος «Learning from Athens» έχει υποπέσει σε αρκετές παρερμηνείες, όπως γίνεται όταν μεταφράζουμε μια λέξη στα αυτόματα προγράμματα του υπολογιστή. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι όταν ιδρύθηκε η documenta το 1955, το Κάσελ βρισκόταν «στο όριο» μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης, μεταξύ δυο κόσμων όπου οι αντιπαραθέσεις του τι σημαίνει ελευθερία και τι καταπίεση ήταν πολύ έντονες. Ετσι και η Ελλάδα σήμερα, είναι το σύνορο της Ε.Ε., ως «όριο» μεταξύ του ελεύθερου και του ανελεύθερου κόσμου. Η documenta ήρθε στην Ελλάδα για να ξαναδεί τον κόσμο από ένα «μπαλκόνι» που βλέπει νέους και παλιούς τοίχους από τη μια και από την άλλη πλευρά. Είναι υπερβολικό να θεωρούμε πως ήρθε να διδαχθεί κάτι από εμάς, μάλλον θα έπρεπε να συνεισφέρουμε στο να μάθουμε κάτι όλοι μαζί. Αν και σε ποιο βαθμό αυτό συνέβη και συμβαίνει, θα το δείξει ο χρόνος. Η έκθεση συνεχίζεται.

*Ο κ. Ντένης Ζαχαρόπουλος είναι ιστορικός και κριτικός τέχνης, καλλιτεχνικός διευθυντής της Πινακοθήκης του Δήμου Αθηναίων. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ