ΒΙΒΛΙΟ

Σκοτεινό, ποιητικό κομψοτέχνημα

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ στο «Γράμμα σ’ έναν άντρα», σε σκηνοθεσία του ιδίου και του Μπομπ Γουίλσον.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΡΟΜΠΕΡΤ ΓΟΥΙΛΣΟΝ -
ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΡΙΣΝΙΚΟΦ
Γράμμα σ’ έναν άντρα
(βασισμένο στα ημερολόγια του Νιζίνσκι)
σκηνοθεσία: Γουίλσον - Μπαρίσνικοφ
θέατρο: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση (Φεστιβάλ Αθηνών)

ΛΙΛΟ ΜΠΑΟΥΡ
Το κορίτσι που πέφτει, πέφτει, πέφτει
σκηνοθεσία: Λίλο Μπάουρ
θέατρο: Εθνικό-ΡΕΞ (Φεστιβάλ Αθηνών)

Αν το να πεθαίνεις σημαίνει «ν’ αφήνεις στη μέση πράγματα», το να παθαίνεις το 1919, στα 29 σου, σχιζοφρένεια είναι η ίδια η έννοια της διακοπής, ματαίωσης, ακύρωσης, συγκοπής οποιασδήποτε συνέχειας. Ιδιαίτερα όταν είσαι ο «μεγαλύτερος χορευτής όλων των εποχών», ο Βασλάβ Νιζίνσκι.

Αυτήν ακριβώς την επαναλαμβανόμενη, βάρβαρη διακοπή σε κάθε αρχίνισμα (λόγου, κίνησης, έκφρασης, χειρονομίας, φωτισμού, εικόνας, ήχου) εισέπραξα ως αρχή στην παράσταση των Γουίλσον - Μπαρίσνικοφ, βασισμένη στα αλλοπρόσαλλα, τραγικά ημερολόγια του ακόμα «πρώιμου παράφρονα» Νιζίνσκι από τα έτη 1919-1922. Το έρεβος μοιάζει να πλησιάζει μέσα από ιδεοληπτικές επαναλήψεις, ασυναρτησίες, διαλείψεις, απεραντολογίες, παιδαριώδεις εμμονές, βασανιστικές ασυνέχειες, διατηρώντας όμως δύο σταθερές: την επίκληση για οικουμενική αδελφοσύνη και την κεκαλυμμένη παράκληση για επιείκεια απέναντι στον ίδιο. Που, παρά το χρίσμα ενός θεϊκού ταλέντου, δεν θα μπορέσει ποτέ πια να δώσει δείγματα της μεγαλοφυΐας του.

Σε θεοσκότεινη σκηνή, σ’ ένα εκτυφλωτικά φωτισμένο στενό παραλληλόγραμμο, σαν καμπίνα ουράνιου αναβατήρα με καρέκλα ή κελί ανάκρισης για πεπτωκότες αγγέλους, κάθεται ακίνητος ο Μπαρίζνικοφ-Νιζίνσκι με άσπρο πρόσωπο και απροσδιόριστη έκφραση. Κάθε αλλαγή φωτισμού (αργότερα και κίνησης) ορίζεται από έναν ξερό, άγριο, ήχο-κόφτη. Ο φωτισμός τον κάνει άλλοτε να μοιάζει με στρατιώτη που έχει τα χέρια σταυρωμένα, άλλοτε με τρόφιμο που φορά ζουρλομανδύα.

Οι ασπρόμαυρες φιγούρες σαν θέατρο σκιών ή καρτούν, τα σκηνικά σαν έργα χαρτοκοπτικής φωτισμένα με σύγχρονα εφέ, η δύναμη των εικόνων, η χαρακτηριστική αισθητική γεωμετρία του σκηνοθέτη, που ενώνουν εποχή και ρεύματα του αρχόμενου 20ού αιώνα με το σήμερα, είναι τα διαπιστευτήρια της σχολής Γουίλσον. Εδώ, αποθεωμένα από την κομψότητα, την πλαστικότητα, την αισθαντικότητα, τον ρυθμό, την απαράμιλλη έκφραση κάθε υπαινιγμού κίνησης, χορευτικού βήματος, φιγούρας, χειρονομίας του Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ.

Εβδομήντα λεπτά συντριβής για τη σταδιακή συσκότιση μιας διάνοιας, που πρόλαβε μόλις σε δέκα θριαμβικά χρόνια να αφήσει στίγμα αιώνων, αναμετρώμενος με την εσωτερικότητα του χορευτή αλλά και με τη φυσική βαρύτητα του ανθρώπινου σώματος. Εβδομήντα λεπτά θλίψης για τη σκληρότητα του Ντιάγκιλεφ, αφέντη των ρωσικών μπαλέτων, που για λόγους ποταπά προσωπικούς τον έσπρωξε νωρίτερα στην παραφροσύνη. Εβδομήντα λεπτά προσήλωσης στον καίρια δοσμένο, ασυνεχή λόγο που ακουγόταν από μεγάφωνο (στα ρώσικα, πολωνικά και αγγλικά) και στο θαυμαστής σταθερότητας, ακρίβειας, εκφραστικότητας, χάρης και κομψότητας, συγκοπτόμενο χορευτικό μεγαλείο τού σχεδόν εβδομηντάρη Μπαρίσνικοφ. Από τη μια δεν χόρταινες να τον βλέπεις, έστω να υπαινίσσεται ότι χορεύει ενώ τον φανταζόσουν σε κάποιο εκτενέστερο λιμπρέτο, από την άλλη αυτές ακριβώς οι διαρκείς, αδυσώπητες διακοπές της αέρινης χάρης, των χιουμοριστικών μιμήσεων και υπαινιγμών του σπουδαίου ερμηνευτή και συν-σκηνοθέτη ήταν που άρθρωναν την τραγικότητα της μοίρας του Νιζίνσκι και αναδείκνυαν το εγχείρημα σε ένα σκοτεινό, ποιητικό κομψοτέχνημα.

Πτώσεις και περιπτώσεις

Τη Λίλο Μπάουρ μάς τη σύστησε στην Ελλάδα η Ξένια Καλογεροπούλου και το πρωτοπόρο θέατρό της για παιδιά. Μαζί με την έννοια του «σωματικού θεάτρου», εισέβαλε στα θεατρικά μας πράγματα και το αιφνίδιο ενδιαφέρον για το Theatre de la Complicite και τους δρόμους που άνοιγε.

Αν δεν είχε προηγηθεί η αξιομνημόνευτη επαφή μας με τη δουλειά της σκηνοθέτιδος στο παρελθόν, φοβάμαι πως οι εντυπώσεις όσων είδαν τη φετινή παραγωγή για το Φεστιβάλ Αθηνών θα ήταν από συγκεχυμένες έως αδιάφορες.

Ο αξιόλογος, δεκαμελής θίασος που ξεχύθηκε στη σκηνή του Ρεξ υποσχόταν πολλά. Η 19χρονη Μάρτα (Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη), γεμάτη φιλοδοξίες και όνειρα για μια ζωή συναρπαστική, αποφασίζει να πάει η ίδια να τη συναντήσει βουτώντας στο γεμάτο φώτα και κίνηση κενό από έναν ουρανοξύστη της Νέας Υόρκης. Μια άλλη κουνελότρυπα μιας άλλης Αλίκης σε μιαν άλλη χώρα, δίχως όμως θαύματα. Ούτε για κείνην ούτε και για το κοινό. Που πέρα από κάποιες ευφάνταστες εικόνες με κέντρο το σώμα και το χιούμορ των ηθοποιών, πέρα από τη χρήση μεθόδων από το Μαύρο Θέατρο της Πράγας και τα μικρά του θαύματα, δεν μπόρεσε να βρει δρόμους συνάντησης με τις απροσδιόριστες δραματουργικές προθέσεις της σκηνοθέτιδος και του Κώστα Φιλίππογλου που τις συνυπογράφει. Φαντάζομαι, το ομότιτλο διήγημα του Ντίνο Μπουτζάτι, που ενέπνευσε την παράσταση, να δίνει περισσότερες ευκαιρίες προσέγγισης αυτής της τρομερής και τρομερά ενδιαφέρουσας πτώσης μιας 19χρονης προς τη ζωή και όχι προς τον όλεθρο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ