ΜΟΥΣΙΚΗ

Πιάνο και κρουστά σε δημιουργικό διάλογο

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Οι πιανίστες Απόστολος Παληός και Στέφανος Νάσος (φωτ. Γ. Σούλης).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Εργα για πιάνο και κρουστά των Τζον Λούθερ Ανταμς, Γιώργου Σισιλιάνου και Μπέλα Μπάρτοκ ερμήνευσαν οι πιανίστες Στέφανος Νάσος και Απόστολος Παληός μαζί με τους Μάριο Νικολάου και Μαρίνο Τρανουδάκη στα κρουστά. Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στις 26 Ιουνίου στο θέατρο Ολύμπια στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

Ο Τζον Λούθερ Ανταμς, ο οποίος δεν έχει σχέση με τον λίγο πρεσβύτερο αλλά πολύ διασημότερο συνονόματό του Τζον Ανταμς, εμπνέεται τη μουσική του από τη φύση και ειδικότερα τα τοπία στην Αλάσκα, όπου έζησε αρκετά χρόνια. Νάσος και Νικολάου απέδωσαν σε πανελλήνια πρώτη του έργο του «Red Arc / Blue Veil» (2001). Γραμμένο για πιάνο, μάλετ και ηλεκτρονικούς ήχους, πρόκειται για μεταμινιμαλιστικό έργο, το οποίο παρά τη σύντομη, περίπου δωδεκάλεπτη διάρκειά του, μοιάζει να συνεχίζει αέναα. Ολισθαίνοντα επαναληπτικά σχήματα δημιουργούν μια ατμόσφαιρα, σε συνέχεια των κατακτήσεων του Λίγκετι και της πρώτης γενιάς μινιμαλιστών.
Νάσος και Παληός μαζί με τον Μαρίνο Τρανουδάκη απέδωσαν την «Ταναγραία» (1957) του Γιώργου Σισιλιάνου. Πρόκειται για σουίτα από το μπαλέτο «Η Ταναγραία και η μάγισσα», το οποίο είχε ανέβει μεταξύ άλλων και από την Εθνική Λυρική Σκηνή τον Ιανουάριο του 1967.

Με προφανείς επιρροές από την τζαζ και τον Στραβίνσκι έως το δημοτικό τραγούδι, φανερώνει τις αναφορές του συνθέτη και ξεχωρίζει για τον τρόπο με τον οποίο εντάσσει τις επιρροές οργανικά σε ένα έργο με στυλιστική συνοχή.

Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς ακούστηκε η «Σονάτα για δύο πιάνα και κρουστά» (1937) του Μπάρτοκ. Στην παρτιτούρα του ο συνθέτης προσδιορίζει με ακρίβεια το είδος των κρουστών, το εξάρτημα με το οποίο πρέπει να κρούονται, όπως επίσης τη θέση των κρουστών πάνω στη σκηνή, ώστε να επιτυγχάνεται το ηχητικό αποτέλεσμα που επιθυμεί. Νάσος και Παληός υπήρξαν καλά συντονισμένοι και συνεργάστηκαν επιτυχημένα με τους δύο μουσικούς στα κρουστά. Πρώτο και τρίτο μέρος του έργου διέθεταν νεύρο και ευελιξία στην άρθρωση, ενώ το μεσαίο ξεχώριζε για την ηρεμία «νυχτερινού», που αναζητεί ο συνθέτης.

Μετά τη βραδιά τραγουδιού της Ζαφειροπούλου, τη συναυλία των Stile antico και τη βραδιά μουσικού θεάτρου του συνόλου Ergon, αυτή υπήρξε η τέταρτη κατά σειρά εκδήλωση σοβαρής μουσικής του Φεστιβάλ, όπου το κοινό δεν ξεπερνούσε μερικές δεκάδες θεατές. Επιλογές προγραμματισμού που συνειδητά απευθύνονται σε περιορισμένο κοινό σε συνδυασμό με ελλιπή προβολή, ας μην οδηγήσουν ακόμα μία φορά σε στρεβλή εικόνα σχετικά με το κοινό της σοβαρής μουσικής στην Ελλάδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ