ΜΟΥΣΙΚΗ

«Ζωροάστρης» σε απρόσμενο τόπο

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΚΙΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Στιγμιότυπο από τον «Ζωροάστρη» που ανέβηκε στην Κωμική Οπερα του Βερολίνου σε σκηνοθεσία Tobias Kratzer.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ούτε αναβίωση ούτε συμπαραγωγή, αλλά μια νέα, ολοκαίνουργια παραγωγή του «Ζωροάστρη» του Ζαν-Φιλίπ Ραμό παρακολουθήσαμε στην Kommische Oper, την Κωμική Οπερα του Βερολίνου, την Κυριακή 18 Ιουνίου 2017. Μάλιστα, η παράσταση συνέβη να είναι και η τοπική πρεμιέρα αυτής της σπάνια παιζόμενης όπερας, η οποία πρωτοπαίχτηκε στο Παρίσι το 1749, και σε ανανεωμένη εκδοχή, που ήταν και αυτή που υιοθετήθηκε εδώ, το 1756.

Η –αρχική– υπόθεση της συγκεκριμένης όπερας αφορά μια σύγκρουση με θρησκευτικό υπόβαθρο. Στην αρχαία Βακτριανή, ο Ζωροάστρης και η νόμιμη βασίλισσα Αμελίτη κυβερνούν τον λαό υπό τη φωτισμένη καθοδήγηση του αγαθού δαίμονος. Ο μάγος Αμπραμάν στασιάζει, γιατί πιστεύει ότι, αν αποκτήσει την εξουσία, θα κατακτήσει και τη βασίλισσα. Αντλεί την ψευδή δύναμή του από τη σατανική θεότητα Αριμάν και ανίερη σύμμαχο έχει την Ερινίκη, αδελφή της Αμελίτης, που επιθυμεί και τον θρόνο και τον αρραβωνιαστικό της αδελφής της. Με τη βοήθεια του σοφού βασιλιά Ορομάσδη, ο Ζωροάστρης καταφέρνει να σώσει την Αμελίτη από τις αλλεπάλληλες επιθέσεις του Αμπραμάν, ο οποίος στην τελική μάχη πλησιάζει στη νίκη, αλλά την κρίσιμη στιγμή ηττάται με θεϊκή παρέμβαση.

Στη σύγχρονη εποχή

Η επέμβαση όμως που αναμένεται πλέον από το κοινό της Kommische είναι εκείνη του σκηνοθέτη, και σε αυτή την παραγωγή το έργο έχει αναλάβει να «πειράξει» ο Tobias Kratzer, ο οποίος το 2018 θα έχει και την τιμή να σκηνοθετήσει τον «Ταγχόιζερ» του Βάγκνερ στο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ. Στην τωρινή παράσταση, η σκηνοθεσία δεν παραπέμπει ούτε στην αρχαία Βακτριανή ούτε στη Γαλλία του 18ου αιώνα, αλλά παρουσιάζει τη δράση σε ένα προάστιο, βγαλμένο κατευθείαν από αμερικανικό sitcom, όπου δύο γείτονες ερίζουν μέχρι θανάτου.

Στη σκηνή υπάρχουν δύο σπίτια. Ο Ζωροάστρης είναι ο καλός, ευαίσθητος, μορφωμένος, ολίγον νερντ γείτονας, με τον περιποιημένο κήπο, το κομψό σαλόνι, και τις τακτοποιημένες γλάστρες· ο Αμπραμάν είναι το κακό παιδί με το αφρόντιστο σπίτι, τη λαϊκή αισθητική, και την παλιά μπανιέρα πεταμένη στην πίσω αυλή. Οι γείτονες κάνουν τζόκινγκ, η Αμελίτη ξαπλώνει για ηλιοθεραπεία. Πεδίον της έριδος είναι ένα τετραγωνικό μέτρο κοινόχρηστης χλόης μεταξύ των δύο οικοπέδων, το οποίο ο Αμπραμάν ιδιοποιείται, ξεκινώντας τη σύγκρουση.

Ενώ όμως ο θεατής νομίζει πως έχει προσαρμοστεί στα δεδομένα της εκσυγχρονισμένης σκηνοθεσίας, αυτό το τετραγωνικό μέτρο θα αποκαλύψει μια άλλη, εντελώς απρόσμενη διάσταση. Με τη βοήθεια προβολής βίντεο, ο σκηνοθέτης μας παρασύρει στο μικροεπίπεδο της χλόης. Εκεί κατοικεί ο λαός της Βακτριανής, δηλαδή οι κάτοικοι της χλόης, που είναι τα μυρμήγκια. Πρόκειται για τα μέλη της χορωδίας, ντυμένα με στολές εντόμων, που τρέχουν στα τέσσερα μέσα σε ένα green room και προβάλλονται σε πραγματικό χρόνο σε οθόνη μαζί με ψηφιακά σκηνικά. Οτιδήποτε συμβαίνει στον ανθρώπινο μακρόκοσμο, έχει τον αντίκτυπό του στον μυρμηγκικό μικρόκοσμο. Τα κουτάκια της μπίρας είναι τεράστια αντικείμενα που πέφτουν από ψηλά, τα ψίχουλα από τα σάντουιτς μάννα εξ ουρανού. Στη σύγκρουση των γιγάντων, τα μυρμηγκάκια υφίστανται συνεχώς τις συνέπειες, χωρίς ποτέ να καταλαβαίνουν τι πραγματικά συμβαίνει. Η ιδέα είναι εξαιρετικά πρωτότυπη και διασκεδαστική, αλλά θέτει μια τεχνική πρόκληση στη χορωδία, που πρέπει να τραγουδά από τα παρασκήνια μέσω μικροφώνων, πράγμα που δυστυχώς δεν λειτουργεί πάντα. Κρίμα, γιατί η χορωδία είναι εξαιρετική.

Παράλληλα, στον ανθρώπινο κόσμο, η σύγκρουση κλιμακώνεται με προσβολές, χειροδικίες, απαγωγές, εισβολές. Η κυκλική σκηνή περιστρέφεται για να μας δείξει όλες τις πλευρές της σύγκρουσης. Το εγχείρημα λειτουργεί τουλάχιστον μέχρι το διάλειμμα, για τις τρεις από τις πέντε πράξεις, αλλά στο δεύτερο μέρος οι πρωτότυπες ιδέες έχουν μάλλον τελειώσει, και η παράσταση αρχίζει να κουράζει. Στο τέλος, αντί για τον κεραυνό, ο Αμπραμάν σκοτώνεται από ένα τουφέκι που εκπυρσοκροτεί κατά λάθος. Ολοι οι υπόλοιποι συνειδητοποιούν πόσο έχει ξεφύγει η κατάσταση. Βρισκόμαστε έτσι να παρακολουθούμε μια παράδοξη κατάσταση: ενώ η μουσική υμνεί τη νίκη του καλού, οι πρωταγωνιστές τραγουδούν περίλυποι και περιφέρονται στη σκηνή σκυθρωποί και καταβεβλημένοι.

Πολύ καλές ερμηνείες

Σε μουσικό επίπεδο, η παράσταση στηρίζεται στις πολύ καλές ερμηνείες των τραγουδιστών, οι οποίοι, ταυτόχρονα, είναι και καλοί ηθοποιοί. Ο Γάλλος Thomas Dolié ξεχωρίζει ως Αμπραμάν με την ωραία φωνή αλλά και το προσόν της μητρικής του γλώσσας. Ο Jonathan McCullogh είναι ο Ορομάσδης, που στο πλαίσιο της σκηνοθεσίας έχει μετατραπεί σε καθηγητή γιόγκα· τραγουδά εξαιρετικά και παράλληλα πραγματοποιεί όλες τις πιθανές στάσεις με αξιοζήλευτη επιτυχία. Ο τενόρος Thomas Walker είναι ένας πολύ εκφραστικός Ζωροάστρης, αν και η φωνή του είναι λίγο σκληρή για γαλλική όπερα, ειδικά στην υψηλή περιοχή. Οι αντίπαλες αδελφές Katherine Watson (Αμελίτη) και Nadja Mchantaf (Ερινίκη) είναι πραγματικά πολύ καλές τραγουδίστριες, η δεύτερη πριν σπουδάσει κλασικό τραγούδι, σπούδασε κλασικό χορό και η συνολική παρουσία της είναι πολύ εντυπωσιακή.

Οπως και η χορωδία, οι μικρότεροι ρόλοι είναι επίσης πολύ καλοί. Ο Βρετανός αρχιμουσικός Christian Curnyn εφαρμόζει τις αρχές της ιστορικής ερμηνείας και επίσης καθοδηγεί την παράσταση σωστά σε ό,τι αφορά τον συντονισμό, αλλά όλα αυτά με τρόπο υπερβολικά ομοιόμορφο. Λείπουν οι διαφοροποιήσεις των διαθέσεων και δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι κατάφερε να εκμαιεύσει από την ορχήστρα τη χάρη, και κυρίως την ηχοχρωματική λεπταισθησία που αναμένουμε στη μουσική του Ραμό. Αν σε κάποιες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί ότι η αναζήτηση μιας αυθεντικής ερμηνείας στον ήχο έρχεται σε αντίφαση με τη σκηνοθετική αδιαφορία για την αρχική δραματική πρόθεση, εδώ ίσως η σκηνοθεσία να παρέσυρε και τη μουσική.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ