ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κινηματογραφική Κυριακή

Λουκάς Κατσίκας

Όπως κάθε παιδί που σέβεται τον εαυτό του, έτσι κι εγώ αντιπαθούσα μικρός τις Κυριακές. Η σκέψη και μόνο ότι την επόμενη μέρα έπρεπε να πάω ξανά σχολείο ήταν αρκετή για να μου χαλάσει τη διάθεση. Αν προσθέσει κανείς σε αυτό ότι τα διαβάσματα, οι εφηβικές υποχρεώσεις και οι γνώριμες οικογενειακές ρουτίνες (μεσημεριανά τραπέζια, επισκέψεις από όχι πάντα συμπαθείς συγγενείς, ο μπαμπάς να βλέπει αθλητικά) συνέβαιναν πάντοτε Κυριακή, δεν χρειαζόταν να προσπαθήσω πολύ για να αναθεματίζω την τελευταία ημέρα της εβδομάδας.

Οι χειμωνιάτικες Κυριακές της επαρχιακής κωμόπολης στην οποία μεγάλωνα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν ομολογουμένως περισσότερο ανυπόφορες από τις αντίστοιχες καλοκαιρινές. Με το που έφτανε ο Ιούνιος, οι γονείς μου συνήθιζαν στο κυριακάτικο ρεπό τους να πηγαίνουν εμένα και την αδερφή μου για μπάνιο, να επιχειρούμε καμιά εκδρομή ή να καταλήγουμε για φαγητό σε κάποια εξοχική ταβέρνα, οπότε η μέρα κυλούσε γρηγορότερα. Χώρια που την επομένη δεν υπήρχε πια σχολείο.

Έλα, όμως, που οι χειμώνες διαρκούσαν πάντοτε περισσότερο. Και ειδικά οι χειμώνες της δεκαετίας του ’80 έμοιαζαν να μην τελειώνουν ποτέ, για κάποιον λόγο τον οποίο ουδέποτε μπόρεσα να εξηγήσω. Έπρεπε, συνεπώς, να εφεύρω έναν τρόπο ώστε να περνώ τις Κυριακές μου λιγότερο άβολα. Και ο τρόπος αυτός παρουσιάστηκε ως διά μαγείας, κάποιο βράδυ, με τη μορφή ενός τηλεοπτικού προγράμματος.

Στην ΕΡΤ ήταν προγραμματισμένη η λεγόμενη «Κινηματογραφική Βραδιά», ένας προάγγελος της αείμνηστης «Κινηματογραφικής Λέσχης» του (ιδιαίτερα αγαπητού μου) Γιάννη Μπακογιαννόπουλου, η οποία έμελλε να γαλουχήσει ουκ ολίγους θεατές. Όποτε ηχούσε το θρυλικό μουσικό θέμα της «Αθλητικής Κυριακής» προκειμένου να σημάνει το τέλος της, με παβλοφική προσήλωση εμφανιζόμουν στο σαλόνι για να αντικαταστήσω τον πατέρα μου στη θέση του καναπέ. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι η ζωή μού χάρισε δύο γεμάτους κατανόηση (ή μήπως καρτερικότητα;) γονείς, οι οποίοι ελάχιστα σκοτίζονταν αν ο ανήλικος γιος τους όφειλε να βρίσκεται στο κρεβάτι του από τις 11.30 μ.μ. Για μένα, έντεκα και μισή το βράδυ κάθε Κυριακής ήταν ένας μαγικός κόσμος φτιαγμένος από ταινίες. Και τι ταινίες! Όλο το Χόλιγουντ, όλοι οι σταρ της ένδοξης εποχής του σινεμά και όλα τα φιλμ που αργότερα έμαθα να αποκαλώ «κλασικά» με περίμεναν στο σεμνό μας σαλονάκι, σε τεχνικολόρ αποχρώσεις που συνήθως ξεθώριαζαν στην 25άρα SABA που είχαμε τότε.

Ολομόναχος και κουλουριασμένος στον καναπέ, τις νύχτες εκείνες είδα τα πρώτα γουέστερν και φιλμ νουάρ, έμαθα τι θα πει «βραβείο Όσκαρ», αγάπησα σκληροτράχηλους πρωταγωνιστές όπως ο Λι Μάρβιν και ο Μπαρτ Λάνκαστερ, ερωτεύτηκα φλογερά θηλυκά όπως η Τζένιφερ Τζόουνς (θα τη θυμάμαι πάντα στη «Μονομαχία στον ήλιο»), η Κλαούντια Καρντινάλε και η Σοφία Λόρεν (την οποία πρωτογνώρισα στο ξεχασμένο σήμερα «Αραμπέσκ») και άρχισα να καταλαβαίνω ένα δυο στοιχειώδη πράγματα για ένα αντικείμενο με το οποίο επρόκειτο, πολλά χρόνια αργότερα, να καταπιαστώ επαγγελματικά.

Όταν η ταινία τελείωνε, ένιωθα όπως οι καλεσμένοι στο τέλος ενός θεσπέσιου πάρτι: κάποιος με ξυπνούσε από το όνειρο, μου στερούσε τη χαρά και άφηνε στη θέση της άλλο ένα άχαρο ξεκίνημα εβδομάδας. Μέσα μου όμως ήξερα: για κάθε πρωί Δευτέρας υπήρχε πλέον και ένα βράδυ Κυριακής. Ήταν μια παρηγοριά μέχρι η εφηβεία να τελειώσει και τα παιδικά βιώματα να μετατραπούν με τον καιρό σε ευλαβικές αναμνήσεις. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ