ΕΛΛΑΔΑ

Η επιθυμία να επιστρέφεις κάθε καλοκαίρι στην Ανάφη

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Η άγρια πλευρά του νησιού με την παραλία του Λιβόσκοπου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα στερεότυπο συνοδεύει πάντα την αναγγελία των επικείμενων διακοπών στην Ανάφη: «Μα, καλά, εκεί είναι σαν τη θερινή πλατεία Εξαρχείων», λένε όσοι δεν έχουν πάει ποτέ. Και ο λόγος είναι βέβαια οι πολυάριθμοι κατασκηνωτές ελεύθερου κάμπινγκ στην παραλία του Ρούκουνα, που δίνουν την εντύπωση ότι το νησί είναι αποκλειστικός προορισμός για όποιον αγαπά το τάβλι, το τουμπερλέκι και τον γυμνισμό. Η αλήθεια είναι, όμως, πως υπάρχει χώρος για όλους. Και αυτό είναι το μεγαλύτερό της χάρισμα. Είναι μια επικράτεια πολυπρισματική, ανεκτική και φιλόξενη.

Παλαιότερα την Ανάφη την αγαπούσαν και οι διαφημιστές, αλλά η οικονομική κρίση τούς έκανε σπάνιο είδος. Τώρα θα βρει κανείς πανσπερμία ανθρώπων που συνωστίζονται στις παραλίες της από τα μέσα Ιουλίου έως και τα τέλη Αυγούστου. Και ίσως αυτό το διάστημα να μην είναι το καταλληλότερο να επισκεφθεί κανείς ένα μικρό μέρος. Ομως στις αρχές Ιουλίου ήταν χάρμα, ένας τόπος απολύτως ερωτεύσιμος που γεννά την επιθυμία να επιστρέφεις κάθε καλοκαίρι, ιδιαίτερα για μένα που τη γνώρισα πρώτη φορά φέτος.

Κατ’ αρχάς είναι το φως της. Εχει κάτι ιδιαίτερο, σχεδόν μεταφυσικό και κρυστάλλινο, που κάνει τα πάντα να λαμποκοπούν. Καθώς ένα μεγάλο της τμήμα είναι άχτιστο, ο νυχτερινός ουρανός αποκτά την έναστρη εκδοχή που χάνει στις κατοικημένες ζώνες λόγω της φωτορρύπανσης. Υστερα, είναι η ανέγγιχτη χώρα της με τα δαιδαλώδη στενάκια και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της. Είναι πολύ ωραία η αίσθηση να στέκεσαι κάτω από ένα παραδοσιακό βόλτο, αυτήν την τοξωτή καμπύλη στην οροφή που έχουν τα χτίσματα στη Σαντορίνη και την Ανάφη. Σε αγκαλιάζει προστατευτικά και σου μαλακώνει την καρδιά.

Γνωστή για τις παραλίες της –η τριλογία είναι Κλεισίδι, Ρούκουνας, Κατσούνι– έχει νερά δροσερά και αναζωογονητικά, προφυλαγμένα από τη μανία του βοριά που σαρώνει τη Χώρα λες και θέλει να την ξεριζώσει. Ομως εμένα με γοήτευσε ιδιαίτερα η ενδοχώρα, οι εκτάσεις που χάνεται το μάτι χωρίς να βλέπει κτίσμα, παρά μόνον τα Μνημόρια. Είναι κάτι εντελώς αναφιώτικο, μικροί λευκοί ναϊσκοι - οστεοφυλάκια που στέκονται στα κτήματα πολλών οικογενειών του νησιού, έτσι ώστε οι πρόγονοι να καμαρώνουν την προκοπή των απογόνων.

Και από αρχαιολογικό ενδιαφέρον, η Ανάφη έχει τη δική της ανεξερεύνητη υπόσταση. Ο παλιός ναός του Απόλλωνα Αιγλήτη, στη θέση Καστέλλι, έχει μετατραπεί σε μοναστήρι, όμως ένα τμήμα του έχει διασωθεί. Μια μεγάλη πυρκαγιά, αποκάλυψε παλαιότερα και κάποια σκόρπια αγάλματα στο νησί, στο οποίο δυστυχώς δεν έχει γίνει ακόμα συστηματική ανασκαφή. Ο,τι έχει βρεθεί επιφανειακά μπορεί να το δει κανείς σε μια αποθήκη που ανοίγει μερικές φορές την εβδομάδα. Και καλό είναι να πάτε, γιατί αυτά τα γλυπτά έχουν κάτι πολύ συγκινητικό, σαν περιμένουν την παρέα μας.

Ανάφη ίσον ο τεράστιος μονόλιθός της, ύψους 460 μέτρων, όπου στην κορφή της είναι η Παναγία η Καλαμιώτισσα. Οι επισκέπτες που αγαπούν τα μονοπάτια ανεβαίνουν εκεί το βράδυ, κοιμούνται στο προαύλιο της εκκλησίας και ύστερα βλέπουν το θαύμα της ανατολής του ήλιου μέσα στο Αιγαίο. Θεωρείται ένα είδος rite de passage, για όποιον θέλει να αισθανθεί ότι «δέθηκε» με το νησί και δεν έκανε απλώς μια τουριστική διέλευση. Ο τεράστιος βράχος είναι το καμάρι των Αναφιωτών, καθώς θεωρείται ο δεύτερος μεγαλύτερος στη Μεσόγειο μετά το Γιβραλτάρ. Ρώτησα μια αγαπημένη φίλη πώς είναι όταν ανεβαίνεις. «Σαν να στέκεσαι σε ακίνητο αεροπλάνο», μου είπε και με έκανε να σκέφτομαι ότι του χρόνου θα πρέπει να το αποτολμήσω.

Αλλο ένα πλεονέκτημα του νησιού είναι ότι δεν πιάνει το κινητό τηλέφωνο σε πολλά μέρη ούτε υπάρχει εύκολη πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Κάπως έτσι, είτε το θέλει κανείς είτε όχι, ξεχνά την καθημερινότητα...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ