Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Η γενίκευση «μεμονωμένων γεγονότων»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Α​​ν πρέπει να «ευχαριστήσει» κανείς αυτήν την κυβέρνηση για κάτι, είναι για τη μετακίνηση και σε ορισμένες περιπτώσεις την κατάρριψη των στερεοτύπων. Τι είναι αριστερό και τι δεξιό; Τι σημαίνει εφαρμόζω και τι «σχίζω» το μνημόνιο; Τι αποτελεί αριστερή και τι νεοφιλελεύθερη πολιτική; Ποιος υπερασπίζεται το κοινωνικά δίκαιο και ποιος προωθεί την κοινωνική ανισότητα; Τι είναι συμβατικό και τι επαναστατικό;

Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, η διασάλευση των εννοιών, είτε αποτελούν στερεότυπα είτε όχι, δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Πρόσφατα γέμισε το Διαδίκτυο από τη σέλφι ενός διαδηλωτή στο Αμβούργο, με αφορμή τη σύνοδο του G20. Εγινε viral και σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως. Μάχεται τον καπιταλισμό και την παγκοσμιοποίηση κρατώντας αυτάρεσκα το iΡhone, ενώ στο πλάνο είναι και οι φλόγες από μια εστία επεισοδίων.

Η διαδικασία μετάβασης από μια συνθήκη οικεία, γνώριμη και δεδομένη, σε μια άλλη ρευστή, απρόβλεπτη, συγκεχυμένη, επιταχύνθηκε τα τελευταία χρόνια. Σε αυτήν την περίοδο των αντιφάσεων, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, θα πρέπει οι δημοσιολογούντες να είναι (να είμαστε) πολύ προσεκτικοί.

Η Ελλάδα, όμως, διεκδικεί και σε αυτήν τη «διαδικασία μετάβασης» τη, συνήθη, ιδιαιτερότητά της. Προφανώς και υπάρχουν ανεπάρκειες των κατεστημένων θεσμών εννοιών που δεν είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν τις σημερινές κοινωνίες. Αλλά σε τι αποσκοπούν όσοι καταφέρουν πλήγματα στη θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των εξουσιών μη τηρώντας ούτε τα προσχήματα (η τέως πρόεδρος του Αρείου Πάγου διορίζεται νέα προϊσταμένη στο νομικό γραφείο της Γενικής Γραμματείας του Πρωθυπουργού) ή όσοι προσπαθούν να χειραγωγήσουν τη Δικαιοσύνη; Προφανώς και όχι στον... εκσυγχρονισμό των θεσμών ή των εννοιών.

Καθημερινά, το καλάθι ενός μέσου νοικοκυριού αδειάζει από προμήθειες και γεμίζει με καταπατήσεις κόκκινων γραμμών, με ένα παρελθόν που νομίζαμε ανενεργό αλλά επιστρέφει επιθετικό, ενδυναμωμένο από αυθαιρεσία. Ενας καλός συνάδελφος υποστηρίζει ότι «η γραφικότητα έγινε θεσμός και οι θεσμοί γραφικότητα». Κι αν προχωρήσουμε λίγο περισσότερο το λογοπαίγνιο, λέγοντας ότι «η παραβατικότητα έγινε θεσμός»;

Ο τρόπος που λειτουργεί η εξουσία, που καθίσταται καθημερινά ορατή, διαμορφώνει και ένα ιδεολογικό και αισθητικό τοπίο, έναν τρόπο θέασης του κόσμου. Οι αναρτήσεις του κ. Πολάκη, για παράδειγμα, ή η δημόσια συμπεριφορά, η δική του κι άλλων στελεχών της κυβέρνησης, τα λάθη, ιστορικά, γεωγραφικά, εννοιολογικά, που ούτε καν διορθώνονται αλλά νομιμοποιούν την άγνοια, την αγένεια ή τον τραμπουκισμό, στο πεδίο της καθημερινότητας, δεν έχουν συνέπειες; «Καταναλώνονται» χωρίς να μπολιάζουν τον πολιτικό λόγο ή να επηρεάζουν την κλίμακα αξιών ή τον τρόπο σκέψης των πολιτών;

Από εμπειρική παρατήρηση και πολλές συζητήσεις, με ανθρώπους διαφορετικών επαγγελμάτων, καταλήγω σε μια κοινή διαπίστωση: «Δεν πάει καλά ο κόσμος, είναι εκτός εαυτού. Αγενής, απρεπής, επιθετικός». Δεν είναι «φρέσκια», ενδεχομένως, η διαπίστωση. Το επιπλέον στοιχείο είναι η επιθυμία νομιμοποίησης της παρανομίας που εξυπηρετεί τον καθένα. Αρκετοί οδηγοί ταξί δεν βάζουν το ταξίμετρο στις μικρές διαδρομές, θεωρούν απαράδεκτη την προσπάθεια της Τροχαίας να τους εμποδίσει να εγκαταστήσουν πιάτσες οπουδήποτε τους βολεύει, επιβάλλοντας πρόστιμα. Για να μη μιλήσουμε για τη γενικευμένη προσπάθεια φοροδιαφυγής ή όπου αυτή δεν είναι εφικτή την υποβάθμιση της ποιότητας του προσφερόμενου προϊόντος ή υπηρεσίας.

Η χώρα φτωχαίνει, στενεύει, συντάσσεται με τον «Πολάκη» που την εξυπηρετεί και τη δικαιώνει, απελευθερώνοντας τον χειρότερο και πιο ανεπεξέργαστο εαυτό της. Μαθαίνει να θεωρεί τις καταστροφές στην πόλη «μεμονωμένα γεγονότα» (όπως αυτό που συνέβη πρόσφατα στην Ερμού), αντιλαμβάνεται την «ανεπίσημη» και «κάτω από το τραπέζι» συναλλαγή να καθαγιάζεται ως επίσημη πολιτική και στάση, ερμηνεύει με ασαφείς ιδεολογικοψυχολογικούς όρους την παραβατικότητα, συντονίζεται με μια βία που αλλάζει διαρκώς ταυτότητα, έτσι ώστε να μην υποχρεώνει τους κυβερνώντες σε «δυσάρεστες» αποφάσεις και ενέργειες.

Οι αλλαγές που επιφέρουν αφήνουν αποτύπωμα που θα μείνει για χρόνια. Θα χρειαστεί προσπάθεια για να απονομιμοποιηθούν η ημιμάθεια και η άγνοια, ο εξισωτισμός προς τα κάτω, ο κυνισμός ως πολιτική έκφραση. Αν υποθέσουμε ότι η ελληνική κοινωνία είχε υψώσει, με κόπο, και κάποιες αντιστάσεις προς το χειρότερο, τα τελευταία χρόνια έχουν σαρωθεί.

Και πάλι, οι ελπίδες στρέφονται στις νεότερες γενιές, που ταξιδεύουν, μετακινούνται και σπουδάζουν, μένουν ή φεύγουν και επιστρέφουν στη χώρα, επινοούν τρόπους για να επιβιώσουν, έχουν ιδέες, τόλμη και αντοχές, δραστηριοποιούνται σε τομείς άγνωστους μέχρι πριν από λίγα χρόνια, στηρίζονται από το οικείο περιβάλλον τους όσο είναι εφικτό. Ο δικός τους αξιακός κώδικας μπορεί να αποτελέσει μαγιά εξελίξεων.

Ανατρέπεται το υπερθέαμα της διαπλοκής, της διαφθοράς και της χυδαιότητας, δομημένο εδώ και δεκαετίες στη χώρα, ενισχυμένο τα τελευταία χρόνια από μια δεινή πολιτική πραγματικότητα; Κι αν δεν ανατραπεί, μπορεί να αποκτήσει αντίπαλον δέος. Να ενισχυθεί η πλευρά εκείνη της κοινωνίας που στη θέση των καταρρακωμένων στερεοτύπων αντιπροτείνει άλλες σκέψεις και θέσεις, ανοίγοντας προοπτικές, διαμορφώνοντας στέρεες, αξιοκρατικές, κοινωνικές δομές. Να ενισχυθούν η γενιά και η πλευρά της κοινωνίας που δεν θα ταυτίζει την «επανάσταση» με την καταστροφή αλλά με την «επανίδρυση» μιας νέας πραγματικότητας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ