Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο ναρκισσισμός της Αριστεράς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Α​​πό τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζω σε μια χώρα «που βρίσκεται σε ιστορικό σταυροδρόμι», η εκπαίδευση μεταρρυθμίζεται, το Σύνταγμα χρειάζεται αναθεώρηση, όποιο δάσος καίγεται κηρύσσεται πάραυτα αναδασωτέο, τα αυθαίρετα νομιμοποιούνται και ως εκ τούτου δεν θα υπάρχουν πλέον αυθαίρετα, κτλ, κτλ. Είναι κι άλλα που μας τα κληροδότησαν οι παλαιότεροι, παππούδες και προπαππούδες μας. Οπως ο εκσυγχρονισμός του κράτους, για παράδειγμα, τον οποίον τον έχουμε κληρονομήσει από την εποχή του πρώτου κυβερνήτη. Ή οι διορισμοί στο Δημόσιο που μας απασχολούν από την εποχή της Εθνοσυνέλευσης του ’44 με τους αυτόχθονες και τους ετερόχθονες. Και τους δανεισμούς και τις επιτροπείες πού τα πας; Η δημόσια ζωή σ’ αυτή τη χώρα έχει σταθερούς προσανατολισμούς και στόχους. Τα πολιτεύματα αλλάζουν, δημοκρατίες, βασιλείες και δικτατορίες διαδέχονται η μία την άλλη, όμως οι στόχοι παραμένουν σταθεροί. Αυτή η πλήξη είναι δική μας και δεν πρόκειται κανείς να μας την πάρει.

Σε όλ’ αυτά τα παραπάνω η δική μου γενιά προσέθεσε τη δική της πλήξη. Το όνομα δε αυτής: «η κρίση της Αριστεράς». Με δύο τουλάχιστον κομμουνιστικά κόμματα και εκατοντάδες οργανώσεις, η ελληνική Αριστερά ζούσε τα δικά της ιστορικά σταυροδρόμια. Διαφωνούσαν σε πολλά, στα περισσότερα, δεν μπορούσε να ανεχθεί ο ένας την παρουσία του άλλου, συνωμοτούσαν μέχρι πρωίας κυρίως εναντίον του διπλανού τους, κάπνιζαν πολύ, διάβαζαν πού και πού όταν τους έμενε χρόνος, τραγουδούσαν όλοι μαζί το Bella Ciao και Τσιτσάνη, συμφωνούσαν όμως σε ένα: Η Αριστερά μπορεί να μην έχει παρόν. Εχει όμως παρελθόν και μέλλον.

Θυμάμαι ακόμη το βράδυ του Πολυτεχνείου. Βάσει πρόχειρων υπολογισμών πρέπει να είμαι από τους ελάχιστους Ελληνες της γενιάς που δεν ήμουν εκεί, τουλάχιστον κατά δήλωσιν. Ημουν ήδη στο Παρίσι. Συνεδριάζαμε έως το πρωί στο υπόγειο μιας εκκλησίας της οποίας ο παπάς ήταν τροτσκιστής και στη διπλανή αίθουσα, αν θυμάμαι καλά, ήταν κάτι σύντροφοι από τη Νιγηρία. Αργά το βράδυ είχαμε αποφασίσει πως στην Ελλάδα η επανάσταση είχε ήδη αρχίσει και έπρεπε να παρέμβουμε. Η επανάσταση δυστυχώς δεν είχε αρχίσει, είχε αρχίσει όμως η δικτατορία του Ιωαννίδη η οποία τελείωσε μετά την κυπριακή τραγωδία και την αποκατάσταση της δημοκρατίας από τον Καραμανλή. Τώρα έπρεπε να δράσουμε σε συνθήκες δημοκρατίας και το πρώτο πράγμα που οφείλαμε να κάνουμε ήταν να διευθετήσουμε την «κρίση της Αριστεράς». Πώς η Αριστερά θα γινόταν εξουσία αν πρώτα δεν είχε θεραπεύσει την κρίση της;

Πέρασαν χρόνια για να καταλάβω πως το πρόβλημά μας ήταν περισσότερο ψυχολογικό και λιγότερο πολιτικό, από την άποψη ότι οι ευφυέστεροι ημών αντιλαμβάνονταν πολύ καλά ότι η πολιτική επιρροή όλων αυτών δεν αφορούσε παρά μόνον τις μεγάλες παρέες της εποχής.

Το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς είναι ο ναρκισσισμός της. Σου προσφέρει την υπεροχή μιας Μεγάλης Ιδέας, η οποία, όσες φορές κι αν ακυρωθεί από την ιστορική πραγματικότητα, δεν χάνει το μεγαλείο της. Ναι μεν απέτυχε στη Σοβιετία λόγω Στάλιν, ναι μεν απέτυχε στην Κίνα λόγω Μάο, ναι μεν απέτυχε στην Κούβα, στην Ανατολική Γερμανία ή στη Ρουμανία, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η Ιδέα δεν είναι Μεγάλη. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξατε στους κλασικούς. Οσο για την κρίση, ε αυτή προσέδιδε ρεαλισμό στην ουτοπία.

Τουλάχιστον εμείς καταλαβαίναμε ότι κάτι δεν πάει καλά και θα το διορθώναμε.

Θυμάμαι φίλη συγγραφέα την οποίαν εκτιμώ, η οποία το 1989, με την πτώση του Τείχους, δήλωνε ψυχολογικό ράκος διότι δεν άντεχε τη δυσφήμιση των ιδεών της από «όλους αυτούς». «Ολοι αυτοί» ήσαν οι Σοβιετικοί που διαστρέβλωσαν τον μαρξισμό εφαρμόζοντάς τον. Και ποιος δεν τον διαστρέβλωσε; Για να θεραπεύσει την κατάθλιψή της τής είχα συστήσει να διαβάσει λίγο Καστοριάδη. Αυτός είχε αποκαλύψει τα απόκρυφα του Σιδηρού Παραπετάσματος πολύ νωρίτερα και ήταν μια χαρά ο άνθρωπος.

Πού μου ήρθε και τα γράφω όλ’ αυτά καλοκαιριάτικα; Μην ανησυχείτε. Δεν εμπνεύσθηκα από την κρίση της Κεντροαριστεράς. Αυτή προκαλεί τα δικά της χασμουρητά, τα οποία δείχνει να τα απολαμβάνει. Η αφορμή ήταν μια σημείωση κάπου στο Διαδίκτυο: «εκτός των άλλων έχουμε και την Αριστερά που μας αξίζει». Και θυμήθηκα τον ναρκισσισμό της κρίσης. Τον εξέφρασε ο Σαββόπουλος μ’ εκείνη την «άλλη Αριστερά που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης». Προτιμώ τον κόσμο ως έργο ζωής. Δεν θέλω εμπνευσμένους δημιουργούς να μου βάζουν πινελιές για να διορθώσουν το χρώμα των ματιών μου. Και αναρωτήθηκα: ποια είναι η Αριστερά την οποία δεν έχουμε γιατί δεν μας αξίζει; Μήπως η Αριστερά του Μελανσόν ή του Κόρμπιν; Ετσι, για να μείνω εντός ευρωπαϊκών συνόρων διότι έτσι και τα περάσεις ο άλλος κόσμος είναι εφικτός μεν, φρικτός δε.

Εχουμε την Αριστερά που μας αξίζει, μόνον που αυτή είναι η Αριστερά στον σημερινό κόσμο. Υπάρχουν διαφορές μορφωτικού επιπέδου, δεν έχω αντίρρηση, ο Μελανσόν όταν μιλάει για τον Ροβεσπιέρο ξέρει για ποιον μιλάει, σε αντίθεση με τον Τσίπρα, όμως, σε επίπεδο πολιτικό η Αριστερά, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν έχει να προτείνει τίποτε διαφορετικό από τον Κατρούγκαλο ή τον Πολάκη. Η αναντιστοιχία των στόχων της και των Μεγάλων Ιδεών της με την πραγματικότητα είναι σαν τις πάγιες επιδιώξεις του ελληνισμού για τα αυθαίρετα και τις αναδασωτέες εκτάσεις. Και γι’ αυτό μέχρι στιγμής τα πήγαν τόσο καλά τα δυο τους. Πλήττεις καλύτερα όταν δεν είσαι μόνος.

Οσο για τη γενιά μου... κάποιοι για να ξεπεράσουν την κρίση υπουργοποιήθηκαν ή έγιναν παρατρεχάμενοι. Οι υπόλοιποι, «αηδιασμένοι, μπουχτισμένοι, σχεδόν πισθάγκωνα δεμένοι» πήραν απόφαση να φύγουνε, που λέει και ο Εμπειρίκος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ