ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μισό δισ. μειώθηκε ο δανεισμός των εισηγμένων την τελευταία διετία

ΑΝΕΣΤΗΣ ΝΤΟΚΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μείωση του δανεισμού τους κατά 484 εκατ. ευρώ παρουσίασαν οι 200 εισηγμένες το 2016 έναντι του 2015. Οπως αποτυπώνεται και στον σχετικό πίνακα, μπορεί το ύψος της μείωσης (484 εκατ. ευρώ) να μην μπορεί να θεωρηθεί μεγάλο ποσό, όπως συνέβη τα προηγούμενα χρόνια της ύφεσης έως και το 2008, ωστόσο πραγματοποιήθηκε σε μια χρονιά όπως ήταν το 2016, που οι εταιρείες βίωσαν με ακόμη με πιο έντονο τρόπο την έλλειψη ρευστότητας που προκάλεσε ο έλεγχος στη διακίνηση κεφαλαίων (capital controls), που στις 28 Ιουνίου 2017 συμπλήρωσε 24 μήνες. Ταυτόχρονα, εάν εξαιρέσουμε μια ομάδα 30 εισηγμένων, που συνεχίζουν να εξυπηρετούν τον δανεισμό τους, αφού έχουν θετική λειτουργική κερδοφορία και υψηλό δείκτη εξωστρέφειας, υπάρχουν ακόμη 140 εισηγμένες που με αγωνιώδη προσπάθεια καταφέρνουν να είναι συνεπείς, τουλάχιστον στους χρόνους αποπληρωμής για να μπορούν να διατηρούν ανοικτές τις γραμμές πίστωσης. Βέβαια, υπάρχει και η κατηγορία των εταιρειών-ζόμπι που έχουν αποφασίσει να παραμείνουν στο περιθώριο και δεν δείχνουν σημάδια ανάπτυξης.

Σήμερα, πολλά από τα δάνεια των 140 εισηγμένων έχουν καταστεί βραχυπρόθεσμα και για κάποιες εταιρείες απαιτητά επειδή δεν πληρούνται οι όροι.

Οι εισηγμένες βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις με τις τράπεζες και από τα πρώτα αποτελέσματα φαίνεται πως τα επιτόκια μειώνονται σημαντικά και οι επιχειρήσεις μπορούν να αναπνεύσουν, αφού οι τόκοι θα μειωθούν και θα μπορέσει να βελτιωθεί η τελική γραμμή των αποτελεσμάτων.

Για κάποιες εταιρείες, πάντως, η απλή αναχρηματοδότηση, έστω και με δραστική μείωση του επιτοκίου, ίσως να μην είναι αρκετή, αφού χρειάζεται ισχυρή κεφαλαιακή ένεση προκειμένου να βελτιωθεί ο ισολογισμός. Το σημαντικό από την αναχρηματοδότηση είναι πως, εκτός από ανάσες ρευστότητας, φεύγει και ένας πονοκέφαλος από τους επιχειρηματίες, οι οποίοι τώρα μπορούν να αφιερώσουν τον χρόνο που κερδίζουν στη βελτίωση των αποτελεσμάτων. Μην ξεχνάμε ότι την τελευταία διετία οι περισσότεροι επιχειρηματίες ασχολούνται σχεδόν όλη την ημέρα για να πετύχουν καλύτερους όρους δανεισμού και να εξασφαλίσουν πολύτιμη ρευστότητα και έχουν αφήσει πίσω την αναζήτηση νέων πελατών σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Μετά το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, στις 15 Ιουνίου 2016 (συνεδρίαση Eurogroup), έχουν επανέλθει σε κανονικό ρυθμό οι συζητήσεις των εισηγμένων με τις τράπεζες για την αναδιάρθρωση των δανείων τους. Στο επίκεντρο εκτιμάται πως θα βρεθούν, μεταξύ άλλων, η επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής και η μετατροπή των βραχυπρόθεσμων οφειλών σε μακροπρόθεσμες, ενώ στο τραπέζι θα πέσει και η παροχή επιπλέον χρηματοδότησης για να καλυφθούν τρέχουσες, αλλά και παλαιότερες ανάγκες. Aκόμη, από τους ισολογισμούς του 2016 αλλά και των 29 εισηγμένων που εθελοντικά δημοσιοποίησαν αποτελέσματα α΄ τριμήνου 2017 προέκυψε ότι αυξάνεται ο αριθμός των εισηγμένων στις οποίες η σχέση ιδίων προς ξένα κεφάλαια επιδεινώνεται, με απρόβλεπτες συνέπειες για τη νέα οικονομική χρήση.

Aρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι ένας «ισολογισμός που ιδρώνει», που έχει δηλαδή αρκετά δάνεια, επιβάλλει στη διοίκηση να περιορίσει τις σπατάλες και να σκέφτεται κάθε φορά τον καλύτερο και αποδοτικότερο τρόπο, προκειμένου να υλοποιηθεί ένας προκαθορισμένος στόχος της εταιρείας.

Aυτή τη φορά, πάντως, οι εισηγμένες που θέλουν να αναδιαρθρώσουν τον δανεισμό τους μέχρι το τέλος του 2017 θα έχουν δυσκολότερο έργο, καθώς, πέρα από τις υψηλές εξασφαλίσεις που πρέπει να παράσχουν, θα πρέπει να πείσουν τις διοικήσεις των τραπεζών ότι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία. Σε μια εσωτερική αγορά που είναι καταδικασμένη να συρρικνώνεται και σε μια οικονομία που το κόστος χρήματος είναι υψηλό, η μείωση του κόστους λειτουργίας της επιχείρησης είναι κανόνας επιβίωσης και το μόνο εργαλείο που έχει απομείνει για να παραμείνει σε βιώσιμη κατάσταση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ