ΕΛΛΑΔΑ

Ακούγοντας τις διηγήσεις θυμάτων βασανιστηρίων

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Στις εγκαταστάσεις των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Κυψέλη γίνεται προσπάθεια να θεραπευτούν οι πληγές στο σώμα και στην ψυχή των θυμάτων βασανιστηρίων. (Φωτογραφία: Matt Cassel)

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν έφτασε στην Ελλάδα το 2002 από το Ιράκ, ο Νασουάν Φαρόκ έπρεπε να επιβιώσει μόνος του. Τότε δεν είχε αναπτυχθεί ακόμη το δίκτυο υποστηρικτικών δομών για πρόσφυγες που υπάρχει σήμερα. Εζησε επτά μήνες στον δρόμο ή βρίσκοντας κατάλυμα σε ερειπωμένα κτίρια, ώσπου κατάφερε να ορθοποδήσει εξασφαλίζοντας μεροκάματα αρχικά ως οικοδόμος. Εκτοτε άλλαξε διάφορα επαγγέλματα και πόλεις, η τελευταία του δουλειά όμως είναι η πιο δύσκολη από όλες: ακούει ιστορίες φρίκης για εικονικές εκτελέσεις, φυλακίσεις στην απομόνωση, ξυλοδαρμούς, και καλείται να τις διηγηθεί.

Ο 39χρονος με τη σιγανή φωνή απασχολείται ως πολιτισμικός διαμεσολαβητής στη μη κυβερνητική οργάνωση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, στο πρόγραμμα αποκατάστασης θυμάτων βασανιστηρίων. Δεν είναι ένας απλός διερμηνέας. Αυτός, όπως και άλλοι που μοιράζονται το ίδιο πόστο, έχει θέση ευθύνης. Αυτοί χτίζουν πρώτοι σχέση εμπιστοσύνης με τα θύματα και τους βοηθούν να αφηγηθούν όσα δεινά πέρασαν στις πατρίδες τους προτού βρεθούν στην Ελλάδα. «Είναι βαριές οι ιστορίες. Τον τελευταίο χρόνο ανησυχώ, είναι τόσο έντονα αυτά που ακούω», λέει. Συμμετέχει στο πρόγραμμα από το ξεκίνημά του, το 2014. Ολα αυτά τα χρόνια τού παρουσιάστηκαν ευκαιρίες για άλλες δουλειές, αλλά δεν τις άδραξε. «Η βελτίωση που έβλεπα σε κάποιους ωφελούμενους ήταν κίνητρο για να συνεχίσω», λέει. «Τους έβλεπες να έρχονται σαν ένα τσαλακωμένο ρούχο, το οποίο στο τέλος ήταν σιδερωμένο».

Στα τρία χρόνια του προγράμματος, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, σε συνεργασία με το Κέντρο Ημέρας Βαβέλ και το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, έχουν υποστηρίξει 430 ανθρώπους από 40 χώρες. Ειδικά μετά το κλείσιμο του βαλκανικού διαδρόμου με το σφράγισμα των συνόρων στην Ειδόμενη, αυξήθηκε ο αριθμός των παραπομπών. «Πλέον, όσοι δεν μπορούσαν να προχωρήσουν στο ταξίδι τους, έμεναν εδώ και κάποιοι χρειάζονταν βοήθεια», εξηγεί στην «Κ» η Λόρεν Βοτ, συντονίστρια του προγράμματος.

Μετά την Ειδομένη

Ενας εξ αυτών ήταν ο Μοχάμεντ, 37χρονος Σύρος, ιδιοκτήτης εστιατορίου στη Δαμασκό, που είχε συλληφθεί και φυλακιστεί από το καθεστώς Ασαντ. Είχε φτάσει στη Λέσβο τον Φεβρουάριο του 2016 και είχε προλάβει να βρεθεί για λίγο διάστημα στην Ειδομένη. Από εκεί παραπέμφθηκε στην Αθήνα. Η δίμηνη φυλάκισή του στην πατρίδα του και τα βασανιστήρια που περιέγραψε (ανάποδο κρέμασμα από το ταβάνι και ξυλοδαρμοί) είχαν αφήσει ορατά και αφανή σημάδια πάνω του, τα οποία έχρηζαν αντιμετώπισης.

Στις εγκαταστάσεις τους στην Κυψέλη οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα διαθέτουν 24μελές προσωπικό που ασχολείται στο πρόγραμμα αποκατάστασης θυμάτων βασανιστηρίων. Ανάμεσά τους υπάρχουν γιατροί, ψυχολόγοι, φυσικοθεραπευτές, κοινωνικοί λειτουργοί και πολιτισμικοί διαμεσολαβητές. Οι διαφορετικές ειδικότητες δείχνουν πόσο σύνθετο και πολύπλοκο είναι το πρόβλημα: από αγχώδεις διαταραχές, όπως το μετατραυματικό στρες, μέχρι κινητικά προβλήματα και άλλα ζητήματα σωματικής υγείας. Κάθε μήνα πραγματοποιούν εκατοντάδες συνεδρίες με ασθενείς.

Το πρώτο, σημαντικό, βήμα είναι να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους. Η κοινωνική λειτουργός Μαριάντζελα Ψυρράκη θυμάται πώς ήταν ένας 20χρονος Σύρος την πρώτη φορά που εμφανίστηκε στα γραφεία του προγράμματος πριν από ένα έτος. «Υπήρχε μεγάλο έλλειμμα εμπιστοσύνης. Ηταν σαν σκαντζόχοιρος που έχει μαζευτεί, είναι μια μπάλα όλο αγκάθια και δεν ανοίγει από πουθενά. Πώς θα τον πιάσεις;», λέει. Χρειάστηκε να περάσει καιρός μέχρι να πειστεί ότι καλό θα ήταν να δει έναν ειδικό ψυχικής υγείας.

Οπως περιγράφει και η Αναστασία Παπαχρίστου, γιατρός του προγράμματος, ο συγκεκριμένος νέος είχε υποφέρει στη χώρα του. Είχε περάσει μεγάλο διάστημα φυλακισμένος σε απομόνωση, χωρίς φαγητό και με αισθητηριακή στέρηση, δεν γνώριζε δηλαδή μέσα στο κελί του πότε η νύχτα διαδεχόταν την ημέρα. Ακουγε βασανισμούς κρατουμένων από διπλανά κελιά και, όπως διαπιστώθηκε, έφερε και ο ίδιος κακώσεις στα άνω και κάτω άκρα από επαναλαμβανόμενους ξυλοδαρμούς. «Μπορεί κανείς να φανταστεί ότι κλονίζεται συθέμελα η εμπιστοσύνη στον συνάνθρωπο όταν έχει περάσει από αυτή τη διαδικασία. Πώς θα μπορέσει μετά να συσχετιστεί με άλλους; Είναι πολύ δύσκολο», λέει η κ. Ψυρράκη.

Η στάση που ακολούθησαν οι υπεύθυνοι του προγράμματος με τον 20χρονο Σύρο είναι ενδεικτική της προσέγγισης που γίνεται και σε άλλες περιπτώσεις. Ξεκίνησαν με τον ρυθμό που ο ίδιος όριζε. Επρεπε, όπως εξηγούν, να νιώσει και εκείνος έτοιμος, όχι απλά για να μιλήσει αλλά για να κάνει το επόμενο βήμα και να προσπαθήσει να συμφιλιωθεί με τα τραύματά του. «Είναι μια μακρόχρονη διαδικασία. Προχωράμε πάντα με τη σύμφωνη γνώμη του ωφελουμένου», λέει η κ. Παπαχρίστου.

Παρά τις ημέρες αμφισβήτησης ή τα όποια πισωγυρίσματα, που όπως είναι φυσικό προκύπτουν σε αυτές τις δύσκολες περιπτώσεις, ο 20χρονος σταδιακά άρχισε να αλλάζει. Σε λίγο καιρό θα ξεκινήσει μαθήματα ελληνικών, ενώ αδημονεί για την ημέρα που θα πάει (στο πλαίσιο του θεραπευτικού προγράμματος) στην πισίνα δημοτικού κολυμβητηρίου. Ακόμη και αυτό είναι ένα σημαντικό βήμα προς την ένταξή του. Οπως εξηγούν και οι ειδικοί του προγράμματος, το να εμφανιστεί με μαγιό δεν είναι αμελητέο. Οσοι δουν τις ουλές στο σώμα του θα καταλάβουν ότι αυτός ο άνθρωπος κάτι έχει περάσει.

«Σου διηγούνται κάτι αβάσταχτο»

Προτού βρεθεί στο πρόγραμμα αποκατάστασης θυμάτων βασανιστηρίων, η γιατρός Αναστασία Παπαχρίστου συμμετείχε στις ομάδες διάσωσης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Λέσβο. Κάποιους από τους ανθρώπους που είχε συναντήσει τότε πρώτη φορά, στη θάλασσα, τους υποδέχεται ξανά στο νέο της πόστο. «Εχουν έρθει εδώ γυναίκες που με αναγνώρισαν και είπαν ότι θέλουν να σωθούν πάλι», λέει.

Η δουλειά των ειδικών του προγράμματος είναι ψυχοφθόρα. «Υπάρχει συναισθηματική εμπλοκή, χωρίς να επηρεάζει όμως τον επαγγελματισμό μας ή τις αποφάσεις μας στη διαδικασία αποκατάστασης», εξηγεί η κ. Παπαχρίστου. Αντίστοιχα, ο Νασουάν Φαρόκ λέει ότι στις πρώτες διερμηνείες που έκανε έμπαινε στη θέση του ασθενούς. Με τον καιρό όμως κατάφερε να χτίσει, όπως λέει, «ένα τείχος προστασίας». Οποτε χρειαστεί όμως, υπάρχει υποστήριξη και για τους ειδικούς του προγράμματος.

Η Μαριάντζελα Ψυρράκη θυμάται μια φορά –στις πρώτες της συνεδρίες– που βούρκωσε. Η γυναίκα που είχε απέναντί της μιλούσε αγγλικά και η αφήγηση της ιστορίας της γινόταν πιο έντονη. «Μου είπε “συγγνώμη, σε στενοχώρησα”. Της εξήγησα όμως ότι δεν χρειάζεται να απολογείται και ότι λυπάμαι για ό,τι πέρασε. Εκείνη τη στιγμή συνδιαλέγεσαι με έναν άνθρωπο που σου διηγείται κάτι αβάσταχτο. Δεν είσαι ρομπότ», λέει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ