ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παράγοντας αβεβαιότητας το ΔΝΤ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΡΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ψύχραιμη αντίδραση των αγορών στην έκθεση του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του χρέους κράτησε ανοικτό το παράθυρο ευκαιρίας για έκδοση ομολόγου, ενδεχομένως και αύριο. Υπό αυτή την έννοια, το έργο του Πόουλ Τόμσεν και της ομάδας του δεν είχε άμεσες συνέπειες.

Ωστόσο, η έκθεση που συνοδεύει την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου για συμμετοχή στο πρόγραμμα δείχνει πως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είναι και θα παραμείνει σημαντικός παράγοντας αβεβαιότητας για τις εξελίξεις των επομένων μηνών. Η διαβεβαίωση της κυρίας Λαγκάρντ, μετά το Eurogroup της 15ης Ιουνίου, ότι υπήρξε σύγκλιση με τους Ευρωπαίους πιστωτές της Ελλάδας, δεν αποτυπώθηκε στην έκθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα τα ξημερώματα της Παρασκευής.

Το Ταμείο δεν μετακινήθηκε ούτε κατ’ ελάχιστον από τις θέσεις που διατύπωσε τον περασμένο Φεβρουάριο. Αντίθετα, διεύρυνε τις απαιτήσεις, κυρίως έναντι της Ευρωζώνης αλλά και έναντι της Ελλάδας. «Θα έλεγε κανείς ότι επιδιώκει να καταστήσει τη συμμετοχή του τόσο ακριβή για τους Ευρωπαίους, ώστε να του ζητήσουν να φύγει», έλεγε κυβερνητικός αξιωματούχος.

Πράγματι, υπό τον γενικό τίτλο «εξαιρετικά μη βιώσιμο», το ΔΝΤ διαμορφώνει έναν βαρύ λογαριασμό για την ελάφρυνση του χρέους, εμμένοντας σε εκτιμήσεις οι οποίες είναι τουλάχιστον συντηρητικές. Θεωρεί ότι η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις που θα διασφαλίσουν ρυθμό ανάπτυξης πάνω από 1% μακροπρόθεσμα. Επίσης, αμφισβητεί τη δυνατότητα της χώρας να διατηρήσει επί μακρόν υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και εκτιμά ότι τα κόστος δανεισμού τόσο από τον επίσημο τομέα όσο και από τις αγορές θα είναι υψηλό.

Για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι, μετά το πέρας του προγράμματος, το επιτόκιο δανεισμού της Ελλάδας από τις αγορές θα είναι 6%, όταν οι αποδόσεις είναι –αυτή τη στιγμή τουλάχιστον– πολύ χαμηλότερες. Την Παρασκευή, η απόδοση του ομολόγου που λήγει το 2019 ήταν στα χαμηλότερα επίπεδα από την έκδοσή τους, στο 3,34%.

Σε όλα αυτά προσθέτει 10 δισ. ευρώ που κατά την εκτίμησή του θα χρειαστούν για ανακεφαλαιοποίηση οι τράπεζες και συνιστά στην ΕΚΤ και στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό να τρέξουν γρήγορα νέα στρες τεστ, ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα να είναι πλήρως ανακεφαλαιοποιημένα πριν από το τέλος του προγράμματος. Προβλέπει, τέλος, σχεδόν μηδενικά έσοδα από αποκρατικοποιήσεις, μόλις 2 δισ. ευρώ από το 2017 έως το 2030, για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να είναι πολύ γενναιόδωροι ως προς τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, πολύ περισσότερο απ’ όσο προτίθενται προς το παρόν να είναι.

Σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις από την ελληνική πλευρά, το Ταμείο σημειώνει κατ’ αρχάς πως το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής είναι μη βιώσιμο λόγω των υψηλών φόρων και του συνταξιοδοτικών δαπανών. Επίσης, εκτιμά ότι η κυβέρνηση θα χρειαστεί να επισπεύσει τη μείωση του αφορολογήτου ορίου και να την εφαρμόσει το 2019 αντί του 2020, μαζί με τις περικοπές στις συντάξεις, προκειμένου να επιτύχει τους δημοσιονομικούς στόχους. Επιπλέον, προβλέπει ότι τα αντίμετρα δεν πρόκειται να εφαρμοστούν πριν από το 2023, όταν ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα υποχωρήσει κάτω από 3,5% του ΑΕΠ.

Τέλος, καλεί την κυβέρνηση να μην άρει τους περιορισμούς στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τις άλλες αλλαγές στα εργασιακά μετά το τέλος του προγράμματος.

Μακρά αξιολόγηση

Ολα αυτά συνθέτουν ένα πακέτο το οποίο είναι δύσκολο να το αποδεχθούν τόσο η Αθήνα όσο και οι Ευρωπαίοι, γεγονός που προοιωνίζεται μια μακρά τρίτη αξιολόγηση το φθινόπωρο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αρμόδιων κυβερνητικών πηγών, η αξιολόγηση θα αρχίσει πιθανόν προς τα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου και θα τελειώσει όταν η κυβέρνηση θα έχει υλοποιήσει τα προαπαιτούμενα και κυρίως όταν οι Ευρωπαίοι αποφασίσουν τι θα κάνουν με το ΔΝΤ. Οι ίδιες πηγές θεωρούν ότι μετά τις γερμανικές εκλογές πιθανόν να είναι ευκολότερη πλέον η αποχώρηση του Ταμείου, δεδομένης και της πρόθεσης του Βερολίνου και του Παρισιού να μετεξελιχθεί o ESM σε ένα ευρωπαϊκό νομισματικό ταμείο. Το ερώτημα είναι πόσο χρόνο θα χρειαστούν οι Ευρωπαίοι να αποφασίσουν και πόση αβεβαιότητα ως προς τις προοπτικές της χώρας θα προσθέσει η όποια καθυστέρηση.

Πάντως, όσοι με ανακούφιση είδαν ότι η έκθεση του ΔΝΤ δεν έκλεισε το παράθυρο ευκαιρίας για μια έκδοση ομολόγου τον Ιούλιο εκτιμούν ότι θα ανοίξει ακόμη ένα, μετά τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου και πριν από την έναρξη της τρίτης αξιολόγησης. Προς το παρόν, το ενδιαφέρον στρέφεται στην πρώτη απόπειρα έκδοσης ομολόγου, που είναι πιθανό να εκδηλωθεί ακόμη και αύριο. Προς την κατεύθυνση αυτή συμβάλλει και η αναβάθμιση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, από σταθερές σε θετικές, από τη Standard & Poor’s.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ