ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το 1,6 δισ. θα δοθεί μόνο με διασφαλίσεις από τους Ευρωπαίους

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

H έκθεση του ΔΝΤ για το ελληνικό χρέος υπογραμμίζει ότι αυτό δεν είναι βιώσιμο ούτε και με τις τελευταίες προβλέψεις των Ευρωπαίων για την ελάφρυνσή του. Το Ταμείο επιμένει σε «μια στρατηγική που θα βασίζεται σε πιο ρεαλιστικές υποθέσεις».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ - ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Με την «επί της αρχής» έγκριση ενός νέου προγράμματος για την Ελλάδα, το εκτελεστικό συμβούλιο του ΔΝΤ αποφάσισε να διαθέσει ακόμη 1,6 δισ. ευρώ στη χώρα, σε ένα μικρό πρόγραμμα που μπορεί να είναι άγνωστο πότε θα ξεκινήσει, αλλά σε κάθε περίπτωση θα λήξει στις 31 Αυγούστου του 2018.

Η ανακοίνωση του ΔΝΤ ξεκαθαρίζει πως η απόφαση θα τεθεί σε εφαρμογή μόνο μετά τη λήψη «συγκεκριμένων και αξιόπιστων διασφαλίσεων από τους Ευρωπαίους εταίρους της Ελλάδας για τη βιωσιμότητα του χρέους». Και αυτό, καθώς η συνοδευτική έκθεση του ΔΝΤ για το ελληνικό χρέος υπογραμμίζει ότι αυτό δεν είναι βιώσιμο ούτε και με τις τελευταίες προβλέψεις των Ευρωπαίων για την ελάφρυνσή του. Το ΔΝΤ επιμένει στην ανάγκη συμφωνίας «σε μια στρατηγική που θα βασίζεται σε πιο ρεαλιστικές υποθέσεις», με μείωση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα μετά το 2022 στο 1,5% του ΑΕΠ.

Ωστόσο, η απόφαση δεν αναφέρει χρονικό όριο μέσα στο οποίο θα πρέπει να προσδιορισθεί η επιπλέον ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, όπως είχε επικρατήσει να γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες, αυτό προκάλεσε την αντίδραση κάποιων εκτελεστικών διευθυντών στο συμβούλιο της Πέμπτης. Μάλιστα, ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της έγκρισης του προγράμματος, εξέφρασε επιφυλάξεις για τον ανοικτό ορίζοντα της έγκρισης, καθώς δεν δημιουργεί κάποια πίεση στους Ευρωπαίους να συμφωνήσουν την επιπλέον ελάφρυνση του χρέους που θέλει το ΔΝΤ.

Η κυρία Βελκουλέσκου ρωτήθηκε από την «Κ» για το πώς θα επηρεάσει ο μη προσδιορισμός χρονοδιαγράμματος την έξοδο της χώρας στις αγορές και εξέφρασε την εκτίμηση πως η έγκαιρη ελάφρυνση του χρέους «θα είναι χρήσιμη και θα διευκολύνει την πρόσβαση στις αγορές». Η ίδια, όμως, δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε θα γίνει αυτό, αν και εκτίμησε πως οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και θα αναμένεται να ολοκληρωθούν «σύντομα», καθώς εκτίμησε ότι υπάρχει θετική δυναμική στις συζητήσεις.

Οσο για τον λόγο που δεν τέθηκε κάποια προθεσμία, το απέδωσε στη θέληση του ΔΝΤ «να αποφύγουμε να θέσουμε προσδοκίες που, αν διαψευσθούν, θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην αγορά». Το ΔΝΤ τονίζει στην ανακοίνωσή του ότι το πρόγραμμα έχει στόχο να υποστηρίξει τη χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές κεφαλαίων. Ωστόσο, ακόμη μία μέριμνα του ΔΝΤ είναι να αποτραπεί η ταχεία συσσώρευση χρέους κατά τη διάρκεια του προγράμματος, γι’ αυτό και, όπως το έθεσε η κυρία Βελκουλέσκου, η συμφωνία μιας οροφής στο χρέος «είναι κοινή πρακτική» σε πολλά προγράμματα.

Αναφορικά με τον θόρυβο που προκάλεσε η επιλογή να τεθεί το όριο στο χρέος της κεντρικής και όχι της γενικής κυβέρνησης, που θα έδινε μεγαλύτερο περιθώριο στην κυβέρνηση να δοκιμάσει τις αγορές με νέες εκδόσεις, η ίδια είπε ότι αυτό είχε συμφωνηθεί με την κυβέρνηση και έγινε διότι τα στοιχεία της κεντρικής κυβέρνησης είναι πιο ακριβή.

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος όρος για τη συμμετοχή του ΔΝΤ, που είναι ότι το πρόγραμμα θα εκτελείται όπως προβλέπεται. Συγκεκριμένα, η κυρία Βελκουλέσκου αναφέρθηκε στην εφαρμογή όλων των μέτρων που έχουν νομοθετηθεί για την καταπολέμηση των «κόκκινων» δανείων, ώστε να αρθούν γρήγορα οι περιορισμοί στην κίνηση των κεφαλαίων. Η κυβέρνηση δεσμεύεται να πραγματοποιήσει ακόμη έναν γύρο στρες τεστ στις τράπεζες, ώστε να πιστοποιηθεί η επαρκής τους κεφαλαιοποίηση πριν από το τέλος του προγράμματος, και το ΔΝΤ ζητέι αποθεματικό 10 δισ. ευρώ διά παν ενδεχόμενον.

Αλλά και ευρύτερα, το ΔΝΤ τονίζει ότι η επιτυχία του προγράμματος θα εξαρτηθεί τελικά από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, επιμένοντας ιδιαίτερα στη μεταρρύθμιση του πλαισίου των ομαδικών απολύσεων και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που ανοίγουν τα κλειστά επαγγέλματα και τις αγορές στον ανταγωνισμό.

Πολλοί από τους εκτελεστικούς διευθυντές είχαν πάντως ερωτήσεις για την «επί της αρχής» έγκριση και είναι χαρακτηριστικό ότι το ΔΝΤ δημοσίευσε μια σειρά από ερωταπαντήσεις για το θέμα. Πρόκειται για ένα ξεχασμένο νομικό εργαλείο που, όπως λέει στην «Κ» βετεράνος του Ταμείου, είχε χρησιμοποιηθεί σε άλλο πλαίσιο τη δεκαετία του ’80, για φτωχές χώρες της Αφρικής, ώστε να προσελκύσουν δωρητές και να εξασφαλισθεί η επαρκής χρηματοδότηση του προγράμματος, που μαζί με τη βιωσιμότητα του χρέους είναι οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το ΔΝΤ για να ξεκινήσει οποιοδήποτε πρόγραμμα.

Ο ρόλος του Χέιγκαν στο «επί της αρχής»

Σύμφωνα με πληροφορίες, η ιδέα «να βγει από τη ναφθαλίνη» η φόρμουλα της «επί της αρχής έγκριση» ανήκει στον νομικό σύμβουλο του ΔΝΤ Σον Χέιγκαν, ο οποίος ήταν και εκείνος που άλλαξε το καταστατικό του ΔΝΤ για να επιτρέψει τη χρηματοδότηση της Ελλάδας το 2010, παρά το γεγονός ότι το χρέος της χώρας δεν ήταν βιώσιμο.

Οπως λέει στην «Κ» ο πρώην εκτελεστικός διευθυντής του ΔΝΤ Αντρέα Μοντανίνο, που τότε εκπροσωπούσε και την Ελλάδα, ο ίδιος δεν είχε ξανακούσει αυτή την ορολογία, παρά μόνο στην Ευρώπη από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, όταν έπρεπε να ληφθεί η πολιτική απόφαση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Ο ίδιος εκτιμά πως «είναι ένας τρόπος για το ΔΝΤ να δείξει ότι παραμένει μέσα, ότι θα μπει αμέσως μόλις υπάρξει η επιπλέον ελάφρυνση του χρέους που ζητεί». Στην πράξη, είναι μια πολιτική δέσμευση που θα τιμηθεί μόνο όταν ικανοποιηθούν και οι τεχνικές προϋποθέσεις.

Θα χρειασθεί λοιπόν και νέα συνεδρίαση του συμβουλίου, το οποίο θα πρέπει να ενημερωθεί για το πώς θα δείχνει η ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους μετά και τη ζητούμενη περαιτέρω ελάφρυνσή του από τους Ευρωπαίους.

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση απομακρύνει την αβεβαιότητα ότι πιθανώς θα υπάρξουν νέα εμπόδια στο ελληνικό πρόγραμμα λόγω της στάσης του ΔΝΤ, ανοίγοντας τον δρόμο ακόμη και για μια επίσκεψη της επικεφαλής του Κριστίν Λαγκάρντ στην Ελλάδα. Είναι κάτι το οποίο συζητείται το τελευταίο διάστημα. Αξίζει να σημειωθεί επ’ αυτού ότι η κυρία Λαγκάρντ έχει λάβει πρόσκληση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την οποία, σύμφωνα με πηγή του ΔΝΤ, «εκτιμά», αν και, όπως ξεκαθάρισε εκπρόσωπος του Ταμείου, επί του παρόντος δεν υπάρχουν συγκεκριμένα σχέδια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ