ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κίνδυνος επιστροφής σε ύφεση, εάν δεν συνεχισθούν οι μεταρρυθμίσεις

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Θετικό μήνυμα η έξοδος στις αγορές, αναφέρουν οι οικονομολόγοι του Γραφείου Προϋπολογισμού τη Βουλής στην τριμηνιαία έκθεσή τους, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι εάν οι μεταρρυθμίσεις δεν συνεχισθούν και δεν ολοκληρωθεί σύντομα η τρίτη αξιολόγηση υπάρχει κίνδυνος η χώρα να επιστρέψει σε ύφεση, να δημιουργηθούν κοινωνικές εντάσεις, ενώ θα διευρυνθούν τα προβλήματα χρηματοδότησης από τις αγορές. Για το 2017 προβλέπουν ο ρυθμός ανάπτυξης να διαμορφωθεί στα επίπεδα του 1,5-1,6%, μικρότερος του προβλεπόμενου στον κρατικό προϋπολογισμό μερικούς μήνες πριν. Σημειώνουν όμως ότι η διαφαινόμενη ανάκαμψη είναι εύθραυστη. «Για να το διατυπώσουμε χωρίς περιστροφές, θα διακοπεί αν η χώρα εγκαταλείψει το μονοπάτι των μεταρρυθμίσεων. Το ίδιο θα συμβεί αν υπάρξει πολιτική αστάθεια», αναφέρουν χαρακτηριστικά οι οικονομολόγοι.

Ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι η έξοδος στις αγορές θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως μια κίνηση που εκφράζει την πρόθεση της κυβέρνησης να εκπληρώσει τις τρέχουσες συμφωνίες (συμπληρωματικό μνημόνιο συνεννόησης» και letter of intent προς το ΔΝΤ) και έτσι να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μόνιμη έξοδο στις αγορές μετά το τέλος του προγράμματος.

Οι τέσσερις παράγοντες που θα κρίνουν αν η έξοδος στις αγορές έχει συνέχεια είναι:

1) Η συνέχιση της δημοσιονομικής σταθερότητας ώστε η πίεση των τόκων από τις αγορές να μην οδηγήσει στον φαύλο κύκλο ελλειμμάτων, ύφεσης, πολιτικής αστάθειας.

2) Η διασφάλιση της οικονομικής μεγέθυνσης με διάρκεια, πράγμα που συνυφαίνεται με την εφαρμογή του μνημονίου και κυρίως των μεταρρυθμίσεων.

3) Η επίτευξη κοινωνικής σταθερότητας και συνοχής με θεραπείες των ανισοτήτων, της ανεργίας, της φτώχειας και διασφάλιση ενός θεσμικού πλαισίου υγιούς επιχειρηματικού ανταγωνισμού και προστασίας της εργασίας.

4) Η διατήρηση πολιτικής σταθερότητας με όσο το δυνατόν ευρύτερη πολιτική συναίνεση.

Στην έκθεσή του το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής επικρίνει τις τακτικές της κυβέρνησης απέναντι στη Δικαιοσύνη και, επί της ουσίας, τις δηλώσεις κορυφαίων υπουργών αλλά και του ίδιου του πρωθυπουργού. Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι «η βαθιά και παρατεταμένη ύφεση απελευθέρωσε αντιλήψεις που δεν συμβιβάζονται με βασικές αρχές της σύγχρονης δημοκρατίας (rule of law, διάκριση των εξουσιών, οικονομία που λειτουργεί με ανταγωνιστικούς όρους και ανάλογο ρυθμιστικό πλαίσιο)».

• Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη εκτιμάται ότι δεν θα ξεπεράσει το 1,5-1,6% εξαιτίας των καθυστερήσεων στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και στη συνακόλουθη έξαρση της αβεβαιότητας, η οποία προκάλεσε σημαντική μείωση των επενδύσεων. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μεγάλη αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, αποδυνάμωσε την αρχική πρόβλεψη της κυβέρνησης.

Η τρίτη αξιολόγηση

• Για την τρίτη αξιολόγηση αναφέρεται ότι η θετική συνέπεια της συμφωνίας του Ιουνίου 2017 μπορεί να αποδειχθεί πάλι πρόσκαιρη (όπως το 2014) αν η κυβέρνηση στείλει αντιφατικά μηνύματα για την κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής και συγκεκριμένα, αν δεν προχωρήσει άμεσα η εφαρμογή των 113 δράσεων του συμπληρωματικού μνημονίου και της συμφωνίας με το ΔΝΤ που αποτυπώνεται στο letter of intent που απέστειλε η ελληνική κυβέρνηση στο Ταμείο αιτούμενη τη χρηματοδοτική του σύμπραξη.

Το συμπληρωματικό μνημόνιο περιέχει έναν μακρύ κατάλογο 113 μέτρων που πρέπει να εφαρμοσθούν μέχρι το τέλος της τρίτης δανειακής σύμβασης, το 2018. Εξ αυτών, τα 95 πρέπει να υλοποιηθούν έως το τέλος του τρέχοντος έτους.

Στον κατάλογο περιλαμβάνονται το ευαίσθητο ζήτημα της αλλαγής της εργατικής νομοθεσίας, ώστε για την προκήρυξη απεργίας να απαιτείται η ψήφος τουλάχιστον του 50% των εργαζομένων, η αναμόρφωση των οικογενειακών επιδομάτων, που σηματοδοτεί περικοπές, το άνοιγμα ορισμένων κλειστών επαγγελμάτων και οι αλλαγές στον δημόσιο τομέα.

• Στο ακανθώδες ζήτημα των επενδύσεων, εκτιμάται ότι για να καλυφθούν οι απώλειες τις κρίσης χρειάζονται επενδύσεις πάνω από 100 δισ. ευρώ μέχρι το 2022. Αυτό το ποσό, όπως τονίζεται στην έκθεση, μπορεί να καλυφθεί μόνο μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Για να πραγματοποιηθούν όμως οι ιδιωτικές επενδύσεις, πρέπει να αρθούν παράγοντες που αποτελούν τροχοπέδη, όπως:

- Η φορολογική πολιτική που εφαρμόζεται αποτελεί αντικίνητρο για επενδύσεις.

- Η άρση της χρηματοπιστωτικής ασφυξίας, που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια.

- Η βελτίωση της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης.

- Η ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ