ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η επιστροφή στις αγορές βοηθά την ελάφρυνση χρέους εκτιμά ο ΣΕΒ

ΧΡΥΣΑ ΛΙΑΓΓΟΥ

Η χώρα εισέρχεται πλέον σε μια μακροχρόνια περίοδο πλεονασματικής δημοσιονομικής διαχείρισης, αναφέρει ο Σύνδεσμος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μια βιώσιμη σχέση μεταξύ χρέους και πρωτογενών πλεονασμάτων θα πρέπει σύμφωνα με τον ΣΕΒ, να είναι ο στόχος μετά την έξοδο στις αγορές.

Στο εβδομαδιαίο δελτίο για την ελληνική οικονομία που κυκλοφόρησε χθες, ο ΣΕΒ χαρακτηρίζει πετυχημένη την προσπάθεια της κυβέρνησης να αποκτήσει εκ νέου πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές, επισημαίνοντας ότι «οι αγορές πλέον πιστεύουν ότι η Ελλάδα έχει μπει σε μια διαδικασία κατά το μάλλον ή ήττον εύρωστης δημοσιονομικής πειθαρχίας, που θα βοηθήσει τους δανειστές της να προχωρήσουν σε ελάφρυνση του χρέους ώστε να καταστεί βιώσιμο». Η επιτυχής επιστροφή στις αγορές, κατά τον ΣΕΒ, θέτει de facto τέρμα στην πρακτική των καθυστερήσεων στις αξιολογήσεις και στην παροχολογία καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, η χώρα θα βρεθεί αντιμέτωπη, με αύξηση επιτοκίων στην επόμενη έκδοση, με αυτοκαταστροφικές συνέπειες για την ελληνική οικονομία.

Οπως επισημαίνουν οι αναλυτές του ΣΕΒ, η χώρα εισέρχεται πλέον σε μια μακροχρόνια περίοδο πλεονασματικής δημοσιονομικής διαχείρισης όπου η κανονικότητα θα περιλαμβάνει ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα σε συνεχή βάση 3,5 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ από το 2018 και μέχρι το 2022, και γύρω στις 2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ από εκεί και πέρα.

Αυτό απαιτεί τη διαπραγμάτευση ενός δυναμικού (κυλιόμενου) μηχανισμού ελάφρυνσης του χρέους με μείωση επιτοκίων, μετάθεση πληρωμών τόκων στο μέλλον, επέκταση της διάρκειας και των περιόδων χάριτος των δανείων, κ.ο.κ. Μια τέτοια συμφωνία προϋποθέτει την εσαεί δέσμευση της ελληνικής πλευράς για την εφαρμογή μιας δημοσιονομικής πολιτικής προκαθορισμένου πρωτογενούς αποτελέσματος. Η πιθανότητα, όμως, να επιτευχθεί μια τέτοια συμφωνία για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (μέχρι το 2060) είναι μικρή. Κατά τον ΣΕΒ, «δεν είναι δυνατόν να συμφωνηθεί μια ελάφρυνση του χρέους σήμερα, που παράγει διαρκή αποτελέσματα, χωρίς συγκεκριμένο quid pro quo για την άλλη πλευρά». Ως εκ τούτου, δεν είναι δυσεξήγητη η απροθυμία του Eurogroup να συμφωνήσει σε μακροπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, καθώς δεν είναι δυνατόν να διασφαλιστεί εκ των προτέρων η απρόσκοπτη εξυπηρέτηση του χρέους κατά τα συμφωνηθέντα. Ο μόνος τρόπος να επέλθει αμοιβαία επωφελής συμφωνία είναι να δεσμευθούν τα δύο μέρη ότι σε τακτά διαστήματα (π.χ. κάθε τριετία) θα συμφωνούνται διορθωτικές κινήσεις έτσι ώστε να μη συσσωρεύονται ανισορροπίες που να υπονομεύουν τη βιωσιμότητα του χρέους, μέσα από ένα εξειδικευμένο σύστημα εποπτείας. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνει ο ΣΕΒ, διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις από εδώ και πέρα θα πρέπει να ενσωματώσουν στα προγράμματά τους και στη λειτουργία τους, τον μακροχρόνιο περιορισμό των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Η πενταετία 2018-2022, μάλιστα, όπου η Ελλάδα έχει δεσμευθεί για ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα 3,5 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, θα είναι μια περίοδος μεγάλων προκλήσεων για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, με δεδομένες και τις επιπτώσεις της πολιτικής αβεβαιότητας από δυνάμει συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ