ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τις πόλεις, λένε, μπορείς να τις χαρακτηρίσεις όμορφες μόνον αν σου αρέσουν και το βράδυ. Ειδικά σε μια πόλη σαν την Αθήνα, που τη λούζει το διεθνώς αναγνωρισμένο αττικό φως, η νύχτα δημιουργεί πιο έντονο κοντράστ. Αρκεί μια βόλτα, έστω και με το αυτοκίνητο, στο τμήμα της πόλης που περικλείεται από τις οδούς Πατησίων, Μάρνη και Σατωβριάνδου. Ή στο τετράγωνο Πατησίων, Τροίας, Επτανήσου και Αγίου Μελετίου. Αλλά και στου Γκύζη, πέριξ της οδού Βαρβάκη. Σε αυτούς τους δρόμους, η Αθήνα έχει σκοτεινά και άψυχα κενά. Είναι τα εγκαταλελειμμένα της κτίρια – πολλά εξ αυτών διατηρητέα για την από καιρό ξεχασμένη αρχιτεκτονική και ιστορία τους.

Παράθυρα καρφωμένα με σανίδες, αναρίθμητα «διατίθεται για ενοικίαση ή πώληση», πεσμένοι τοίχοι, σαπισμένα κουφώματα, ποντίκια και κατσαρίδες. Κομμάτια της ιστορίας της Αθήνας αφημένα στο έλεος της τύχης και της φύσης, που δεν υπήρξαν φέτος ιδιαιτέρως γενναιόδωρες με τη χώρα – Τέμενος Βαγιαζήτ, Λέσβος, Κως. Η Αττική «υποφέρει» από εν αχρησία κτίρια, που αγγίζουν τα 1.200, και μόνο στην Αθήνα βρίσκονται περίπου τα 1.000. Από αυτά, πολλά είναι διατηρητέα ιδιωτικά κτίρια και κάποια κινδυνεύουν άμεσα από φυσικά φαινόμενα, όπως ο σεισμός. Και μέσα σ’ όλα, εντοπίστηκαν 32 που χαρακτηρίστηκαν «σοβαρές ανθυγιεινές εστίες» από την Περιφέρεια Αττικής, η οποία το 2014 κατέγραψε τα εγκαταλελειμμένα κτίρια του Λεκανοπεδίου.

Οι κατασκευές από μπετόν, πάντως, κινδυνεύουν προσώρας λιγότερο από φυσικές καταστροφές, όπως λένε μηχανικοί στην «Κ». Την ίδια στιγμή, αφήνουν μια αισιόδοξη χαραμάδα για τα παλαιά κτίρια της Αθήνας, όπου τα περισσότερα είναι λιθόκτιστες κατασκευές, ανθεκτικότερες στον χρόνο και στα φυσικά φαινόμενα. Δεν μπορούμε, ασφαλώς, να γνωρίζουμε εάν αυτό εξηγεί το γεγονός ότι ο αντισεισμικός κανονισμός της χώρας δεν προβλέπει προστασία κτιρίων με τοιχοποιία και λιθοδομές και δεν ορίζεται πουθενά ως απαραίτητη η στατική επάρκειά τους, ώστε να είναι κατοικήσιμα – εξάλλου, αυτός ο κανονισμός ορίστηκε μετά τους σεισμούς στη Θεσσαλονίκη (1978), στον Βόλο (1980), στην Αθήνα (1981) και αφορούσε τα «μπετά», όπως λένε οι ειδικοί.

Σε κάθε περίπτωση, «δεν είναι ποτέ μόνον ένας ο λόγος κατάρρευσης ενός κτιρίου», αναφέρουν σχεδόν με μια φωνή οι μηχανικοί που συμβουλεύθηκε η «Κ». Ακόμη και μία τρύπα στη στέγη ενός κτίσματος από μπετόν μπορεί να του προκαλέσει σοβαρούς τραυματισμούς με την εισβολή της βροχής, με κίνδυνο το κτίριο να καταστεί τρωτό και λιγότερο ανθεκτικό. Και μαζί του, η ίδια η πόλη.

Η Αθήνα σε αδιέξοδο με τα εγκαταλελειμμένα

Τα εν αχρησία κτίρια περιέπεσαν στη δυσμένεια της πόλης, κατά κύριο λόγο, είτε επειδή οι ιδιοκτήτες τους αδυνατούσαν να τα συντηρήσουν είτε διότι υπήρξε ασυνεννοησία μεταξύ συνιδιοκτητών ή το Δημόσιο ή οι δήμοι αδιαφορούσαν επιδεικτικά για την περιουσία τους. Κερασάκι στην τούρτα, το κλίμα αποεπένδυσης και η αγορά από ξένους πολλών ακινήτων ώστε να πάρουν άδεια παραμονής, ενώ τεράστιο παραμένει το πρόβλημα με τα κληροδοτήματα, που διαχειρίζονται ιδρύματα και τα οποία, τις περισσότερες φορές, οδηγούν τα κτίρια σε απαξίωση.

Τα δείγματα που έχει δώσει ο Δήμος Αθηναίων, πάντως, ώς τώρα δεν είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά. Για παράδειγμα, το 2014, όχι μόνον απέτυχε να «περάσει» την ανάπλαση της Πανεπιστημίου από το ΣτΕ (πρότζεκτ Rethink Athens, άλλη μία χορηγία στα αζήτητα του δήμου), αλλά ταυτόχρονα δεν κατόρθωσε, λόγω ισχυρών αντιδράσεων ιδιοκτητών, να περάσει το σχέδιο νόμου που πρότεινε στο υπουργείο Υποδομών για τη δέσμευση για 50 χρόνια εγκαταλελειμμένων κτιρίων και τη διαχείρισή τους από τον Δήμο Αθηναίων.

Στελέχη του Δήμου Αθηναίων, εντούτοις, υποστηρίζουν ότι, δίχως νομοθετικό πλαίσιο, δεν θα είναι ποτέ σε θέση να αξιοποιήσουν τα κτίρια. Οταν, ωστόσο, ρωτήθηκαν αν προβλέπονταν πηγές χρηματοδότησης, αποκρίθηκαν: «Δεν μπορούμε να συζητάμε επί ενός σχεδίου που δεν ψηφίστηκε και δεν πρόκειται τελικά να ψηφιστεί». Αξίζει, πάντως, να αναφερθεί ότι το νομοσχέδιο προέβλεπε δέσμευση εγκαταλελειμμένων κτιρίων επιπλέον από τράπεζες, επενδυτές και εταιρείες ακινήτων.

Από την άλλη, η οικονομική κατάσταση των περισσότερων ιδιωτών δεν επιτρέπει συντηρήσεις. Οι μεν ιδιοκτήτες μη-διατηρητέων αδυνατούν να αντεπεξέλθουν, για λόγους είτε οικονομικής δυσπραγίας λόγω της εντατικής κρίσης είτε εξαιτίας κακοδιαχείρισης. Οι δε ιδιοκτήτες διατηρητέων βάλλονται από τη μη εφαρμογή της Συμφωνίας της Γρανάδας για την Προστασία της Ευρωπαϊκής Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς, που προβλέπει την παροχή οικονομικών, φορολογικών και αντιγραφειοκρατικών κινήτρων υπέρ των διατηρητέων και ψηφίστηκε από την ελληνική Βουλή (Ν. 2039/1992), ενώ από το 2002 εκκρεμεί προεδρικό διάταγμα (άρθρο 48, Ν. 3028/2002), που προβλέπει επιχορηγήσεις και άλλα κίνητρα για τη συντήρηση και αποκατάσταση των διατηρητέων και μνημείων που ανήκουν σε ιδιώτες. Σημειωτέον, στην Ε.Ε., μόνο η Ελλάδα διακρίνει διατηρητέα και μνημεία.

Τα άμεσα σωστικά μέτρα, εν προκειμένω, είναι οι υποστυλώσεις και οι αντιστηρίξεις, που, ωστόσο, δεν είναι καθόλου φθηνές λύσεις. Ενα είναι σίγουρο: οι κανονισμοί, τα διατάγματα, οι μελέτες, οι εξαιρέσεις, οι κατηγορίες, οι χαρακτηρισμοί θα πηγαίνουν από γραφείο σε γραφείο, ενόσω οι συνιδιοκτήτες θα διαφωνούν και το Δημόσιο θα στερεύει όλο και περισσότερο από χρήμα και ιδέες. Μέχρι να πέσει το πρώτο κτίριο και να μετράμε ξανά, από την αρχή, τα κενά και τις πληγές μας, εν μέσω μεγάλου τσακωμού για το ποιος τελικά φταίει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ