ΒΙΒΛΙΟ

Μια θαλασσινή ιστορία με τραγούδι

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Γιάννης μπάρκαρε για πρώτη φορά το 1958, ως δόκιμος πλοίαρχος. Ηταν δεν ήταν είκοσι χρόνων. Η αρχή έγινε στο Κόμπε της Ιαπωνίας. Εκεί τον περίμενε το φορτηγό «Πολάρις»· για το παρθενικό του ταξίδι κι αυτό. Θα μετέφεραν σόγια στη Σαγκάη – που σήμαινε ότι θα έπρεπε όλο το πλήρωμα, με τις οδηγίες ειδικού μαραγκού, να κατασκευάσει στο εσωτερικό του καραβιού τους λεγόμενους μπουλμέδες: χωρίσματα για να κατανεμηθεί ομοιόμορφα το φορτίο μην τυχόν και μπατάρει σε καταιγίδα.

«Σόγια στη Σαγκάη!», αναφωνεί ο κύριος Γκρι, «τόσο ταιριαστό». Πράγματι, αλλά περίμενε, έχει και συνέχεια. Στο Κόμπε, ο Γιάννης γνώρισε τον Αντρέα. Παλαιό μέλος του πληρώματος, ο Αντρέας φούμαρε κι έπινε ουίσκι όλη μέρα. Ολη μέρα όμως. Κι ονειρευόταν να αγοράσει ένα πικάπ. «Για να πάρεις πικάπ θα πρέπει να πάρεις και δίσκο», του είπε ο Γιάννης. Κι ο Αντρέας: «Λες, ε;», «Εμ, λέω», επέμεινε ο δόκιμος.

Λίγο προτού σαλπάρουν, ο Αντρέας βγήκε στο Κόμπε και αφού έκανε τη συνηθισμένη του γύρα στα κορίτσια, γύρισε στο πλοίο με καινούργιο πικάπ. «Δίσκο πήρες;», τον ρώτησε ο Γιάννης. Είχε πάρει, 78 στροφών· ένα τραγούδι είχε όλο κι όλο: «Πάρε το δαχτυλίδι μου που γράφει τ’ όνομά μου».

«Πού στο καλό βρήκε ελληνικό τραγούδι στο Κόμπε;», ρωτά ο κύριος Γκρι. Κι όμως· το Κόμπε είχε ελληνικά μαγαζιά, κυρίως ταβέρνες, καφενεία, μπουζουξίδικα. Τα είχαν ανοίξει Ελληνες ναυτικοί που είχαν ξεμπαρκάρει στο ιαπωνικό λιμάνι.

Από το Κόμπε, μετά τη Σαγκάη, το «Πολάρις» θα έπιανε στο Ρότερνταμ. Εως το ολλανδικό λιμάνι άκουγαν το «Πάρε το δαχτυλίδι μου που γράφει τ’ όνομά μου». Μέχρι αυτοκτονίας.

Αλλοτε το «Πολάρις» ξεκινούσε απ’ το Νόρφολκ της Βιρτζίνια, διέσχιζαν τον Παναμά κι έφταναν ώς το Τόκιο. Τριάντα τρεις μέρες ταξίδι. Και μετά ξανά πίσω. Τρεις απανωτές φορές αυτή η διαδρομή, εκατό μέρες το σύνολο. Και μετέφεραν καρβουνόσκονη· φυσούσαν τη μύτη τους κι έβγαινε μαύρο. Στον Ειρηνικό, δεν έβλεπαν παρά θάλασσα και ουρανό. Και φάλαινες· τις ράχες τους να γυαλίζουν στον αφρό. Κι άμα διέκριναν στον ορίζοντα κάποιο άλλο καράβι, θυμούνταν πως υπάρχει κι άλλος κόσμος.

Ο Αντρέας όμως κουράστηκε. Είχε τρία χρόνια να δει τη γυναίκα του. Θα ξεμπάρκαρε στην Αυγούστα της Σικελίας. Το είχε πάρει απόφαση. Πάνω εκεί διαπιστώνει ότι έχει αρπάξει βλενόρροια. Οι συχνές επισκέψεις στα κορίτσια. Πώς να πάει έτσι στη γυναίκα του, τρία χρόνια μετά; Γύρισε στο πλοίο. Λίγο καιρό μετά έλαβε το γράμμα: η γυναίκα του είχε βρει παρηγοριά σε άλλο κορμί. Απαρηγόρητος ο Αντρέας· βουβάθηκε και το πικάπ, είχε γεμίσει κι ο δίσκος γρατζουνιές, δεν ακουγόταν πια απ’ το παίξε-παίξε.

«Ωραία όλ’ αυτά», λέει ο κύριος Γκρι, «ο Γιάννης όμως, ποιος είναι;». Ο νονός μου, του απάντησα. Τρία χρόνια ο Γιάννης γύριζε τις θάλασσες με το «Πολάρις». Μετά μπάρκαρε με τον «Σείριο»· μετέφεραν πετρέλαιο στην Κούβα. Ξεμπάρκαρε το ’63· έμπορος στο Κονγκό. Εκεί με βάφτισε. Ο κύριος Γκρι είπε: «Μακάρι να είχα κι εγώ τέτοιο νονό να μου λέει ιστορίες». Είμαι τυχερός άνθρωπος, του απάντησα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ