ΒΙΒΛΙΟ

«Α! Ευτυχισμένα μου νησιά...»

Ηφαιστειογενή νησιά στον Ειρηνικό. Ο ήρωας του Ουμπέρτο Εκο σαλπάρει με το «Αμαρυλλίς» για μια άγνωστη θάλασσα, αυτή που έπλεε ο άνθρωπος τον 17ο αι.

«Μπορεί να ταξιδεύει κανείς όχι για να ξεφύγει από τον εαυτό του, πράγμα αδύνατο, αλλά για να τον βρει», γράφει στην κλασική του συλλογή δοκιμίων «Τα νησιά» (μτφρ. Αλέκος Μπενρουμπής, εκδ. Ολκός) ο Ζαν Γκρενιέ, μέντορας και δάσκαλος του Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος υπογράφει και τον πρόλογο: είκοσι χρόνων ήταν, γράφει ο συγγραφέας του «Ξένου», όταν πρωτοδιάβασε αυτό το βιβλίο. Η συγκίνηση ήταν μεγάλη – όπως και η επίδραση, αν κρίνουμε από πολλά κείμενα αφιερωμένα στη Μεσόγειο και στο φως της. «Οι άνθρωποι του Βορρά δραπετεύουν στις ακτές της Μεσογείου ή στις ερήμους του φωτός. Οι άνθρωποι όμως του φωτός, πού αλλού θα μπορούσαν να δραπετεύσουν αν όχι στο αόρατο;», διερωτάται ο Καμύ. «Γιατί λένε για ένα ηλιόλουστο τοπίο ότι είναι χαρούμενο;», αναρωτιέται και ο Γκρενιέ. «Ο ήλιος δημιουργεί κενό και το άτομο βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον εαυτό του χωρίς κανένα στήριγμα», συμπληρώνει – προετοιμάζοντας, άθελά του μάλλον, τον παράλογο φόνο του Αραβα απ’ τον Μερσό στον «Ξένο», σε μιαν ηλιόλουστη ακτή.

Τα νησιά λοιπόν. Υπαρκτά νησιά, παραλλαγμένα, φανταστικά ή ακατανόμαστα, ονειρικά ή και εφιαλτικά, στο σημερινό μικρό αφιέρωμα θυμόμαστε μερικά κορυφαία λογοτεχνικά έργα με νησιώτικο χρώμα. Οπως το λέει ο Γκρενιέ: «Α! Ευτυχισμένα μου νησιά! Ξαφνιάσματα του πρωινού, προσδοκίες του δειλινού – θα σας ξαναδώ άραγε ξανά; Εσάς που με λυτρώνετε από τον εαυτό μου και που μέσα σας αναγνωρίζομαι. Καθρέφτες χωρίς επίχρισμα, ουρανοί χωρίς φως, έρωτες χωρίς αντικείμενο...»
Η.Μ.

Στην Αμοργό, φίλοι μου, στην Αμοργό!

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
Αμοργός
εκδ. Πατάκη, σελ. 36

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω / Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας (...) / Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό / Τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου

Το νησί αποτελεί σύμβολο αναχώρησης, ουτοπίας, περιπέτειας, εξορίας και, φυσικά, έρωτα, ιδίως καλοκαιρινού, που εμπεριέχει όλα τα προηγούμενα. Με την «Αμοργό» ο Γκάτσος έφτιαξε κρατήρα μείξης τέτοιων «υλικών», σεβόμενος την απαρέγκλιτη συνθήκη κάθε εξιδανίκευσης: την παράβλεψη του πραγματικού. Γοητευμένος, καθώς λένε, από το όνομα, τη λέξη «Αμοργός», συνέθεσε έναν ύμνο στο τοπίο, τη ζωή και τον έρωτα χωρίς ποτέ να έχει επισκεφθεί τον τόπο. Το θαυμαστό και το περίεργο, βέβαια, είναι ότι η πραγματική Αμοργός, απόμακρη ακόμη και μάλλον άγρια για τα υπερ-τουριστικά κυκλαδίτικα δεδομένα, χτίζει με τα χρόνια τον δικό της μύθο, που καθόλου δεν ηχεί παράτονα για όποιον τη συναντά στον ρεαλιστικό κόσμο έχοντας ως κύριο διαμεσολαβητή το ποίημα. Πρόκειται (στο ποίημα) για μια σπάνια συμπύκνωση μεσογειακής ποιότητας –άραγε πόσο διαχρονικής;– που συνομιλεί εξίσου με τη δημοτική παράδοση, τον μοντερνισμό και τον αγαπημένο του Γκάτσου, τον Λόρκα, στην άλλη μεριά της Μεσογείου. Μην ξεχνάμε: η Αμοργός είναι, πάνω απ’ όλα, παρακίνηση σε θερινό γλέντι, χτύπημα ταμπούρλου, ερωτική χειρονομία – αλλά με αυτόν τον γλυκό, ειλικρινή και κάπως αγορίστικο τόνο των Γκάτσου - Λόρκα: δίχως ανδροπρεπή πατερναλισμό, στόμφο και μεγαλοστομία. Μοναδική.
ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

Φράξος η φανταστική, Σπέτσες οι πραγματικές

ΤΖΟΝ ΦΟΟΥΛΣ
Ο Μάγος
μτφρ.: Φαίδων Ταμβακάκης
εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, σελ. 776

«Τα εννέα δέκατα του νησιού είναι ακατοίκητα και ακαλλιέργητα. Μόνο πεύκα, κολπίσκοι, ησυχία, θάλασσα». Αυτή είναι η εικόνα που αντικρίζει ο νεαρός καθηγητής και επίδοξος ποιητής Νίκολας Ερφ, όταν αποβιβάζεται στο νησί Φράξος. Eνας βυρωνικός ήρωας, διά χειρός Τζον Φόουλς, στο εμβληματικό μυθιστόρημα μαθητείας «Ο Μάγος», ίσως και το πιο αυτοβιογραφικό του συγγραφέα, αφού η φανταστική νήσος Φράξος δεν είναι άλλη από τις Σπέτσες, εκεί όπου ο Φόουλς αποβιβάστηκε το 1953 για να διδάξει επί τρία συναπτά έτη στην Αναργύρειο Σχολή.

Οπως και αυτός, έτσι και ο χάρτινος ήρωάς του θα μαγευτεί από τον ελληνικό χώρο, το διαυγές φως, τα πρασινογάλαζα νερά και θα γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του συνομιλώντας στη δημιουργική απομόνωσή του «με ένα τοπίο που σκέφτεται», όπως θα έγραφε την ίδια πάνω-κάτω εποχή ο Χάιντεγκερ. Η μοιραία όμως συνάντηση του Ερφ, αυτή που τον σημαδεύει και χαρίζει και τον γερμανικό όρο «μυθιστόρημα μαθητείας» στο βιβλίο, είναι με τον «μάγο» Μόρις Κόγχις, έναν εκκεντρικό διανοούμενο, που έχει αποσυρθεί στα ενδότερα του νησιού και θα γίνει, κατά κάποιον τρόπο, ο μέντοράς του.

Οι Σπέτσες ευτύχησαν να απαθανατιστούν, σε μια εποχή αθωότητας, από έναν μεγάλο μάστορα της γραφής, τον Τζον Φόουλς, και το βιβλίο ευτύχησε να μεταφραστεί σε άψογα ελληνικά από τον πεζογράφο Φαίδωνα Ταμβακάκη.
ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Αγνωστοι τόποι, άγνωστες θάλασσες

ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ
Το νησί της προηγούμενης ημέρας
μτφρ.: Εφη Καλλιφατίδη
εκδ. Ψυχογιός, 2012, σελ. 584

Μία από τις απολαυστικές αφηγήσεις του Ουμπέρτο Εκο που κατάφερνε να γίνει μαγικός, βουτηγμένος μέσα ωστόσο στην περιπέτεια της δυτικής σκέψης. Μια ιστορία μύησης. Μια περιήγηση σε έναν κόσμο που θέλει θάρρος για να σηκώσεις το κεφάλι σου και να τον ατενίσεις, αλλά και να κοιτάξεις βαθιά μέσα σου. Ενας νεαρός από την πατρίδα του Εκο, το Πιεμόντε, ο Ρομπέρτο ντε λα Γκριβ, σαλπάρει με το πλοίο «Αμαρυλλίς» για μια άγνωστη θάλασσα, αυτή που έπλεε ο άνθρωπος τον 17ο αιώνα. «Ετσι θα ακολουθούσαν και οι δύο το ταξίδι τους στο παρόν, τραβώντας για το άστρο που τους περίμενε, κουρνιαχτός ατόμων ανάμεσα στ’ άλλα σωματίδια του κόσμου, στρόβιλος ανάμεσα στους στροβίλους, αιώνιοι πια όπως κι ο κόσμος μας, μιας και θα ήταν υφασμένοι από κενό. Συμφιλιωμένοι με τη μοίρα τους, γιατί η κίνηση της γης προκαλεί δεινά και φόβους, ενώ το ρίγος των σφαιρών είναι αθώο».

Οπως πάντα, ο καθηγητής της Σημειωτικής ξαναμοιράζει τα χαρτιά της τράπουλας, βγάζοντας άσους από το μανίκι του, την Επιστήμη, τη Φιλοσοφία, τέλος πάντων την περιπετειώδη και εναγώνια πορεία του ανθρώπινου πνεύματος μέσα στην Ιστορία, στον Χρόνο και στο Σύμπαν.

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΣΚΑΛΙΔΗ

Το παγόβουνο με τα ολογράμματα

ΑΔΟΛΦΟ ΜΠΙΟΫ ΚΑΣΑΡΕΣ
Η εφεύρεση του Μορέλ
μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης
εκδ. Πατάκη, σελ. 160

«Δεν υπάρχει χειρότερος εφιάλτης απ’ το να ’σαι σ’ ένα νησί που κατοικείται από τεχνητά φαντάσματα· και το να ’σαι ερωτευμένος με μία απ’ αυτές τις εικόνες, είναι χειρότερο απ’ το να ’σαι ερωτευμένος μ’ ένα φάντασμα (ίσως, όμως, και να θέλαμε πάντα το άτομο που αγαπάμε, να ’χει την υπόσταση φαντάσματος)».

Αυτό το νησί δεν είναι ένα κομμάτι γης διαμορφωμένο από τεκτονικές συγκλίσεις και αποκλίσεις αιώνων· θα ήταν πιο ακριβές να πούμε ότι θυμίζει παγόβουνο που έχει σχηματιστεί από την αποκόλληση μιας μεγάλης έκτασης πάγου από την Ανταρκτική της πραγματικότητας.

Σ’ αυτό το μέρος μπορεί να κατοικήσει μονάχα ένας θεατής, ωστόσο δεν υπάρχει όριο στις εικόνες που τον περιβάλλουν: είναι όσες μπορεί να αιχμαλωτίσει ο φακός μιας κάμερας ή να παράξει ο σκοτεινός θάλαμος ενός φωτογραφείου.

Ο αναγνώστης που θα θελήσει να διαβάσει την «Εφεύρεση του Μορέλ» θα πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι κατά την πρώτη ανάγνωση το νησί θα του φανεί ο τόπος γέννησης μιας αινιγματικής περιπέτειας· τη δεύτερη φορά, θα καταλάβει πως πρόκειται για μια ανεπανάληπτη αλληγορία σχετικά με τη φύση του κινηματογράφου και την παντοδύναμη ύπαρξη της εικόνας.

Ζηλεύω τον αναγνώστη του μακρινού μέλλοντος που, διαβάζοντας το βιβλίο, θα ανακαλύψει την ιδιοφυΐα ενός σπάνιου συγγραφέα, ο οποίος, αιώνες πριν, κατανόησε ακριβώς πώς λειτουργούν και επικοινωνούν τα ολογράμματα.
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΛΟΣΠΥΡΟΣ

Απόκρυφοι πόθοι απόμακρων νήσων

JUDITH SALANSKY
Pocket Atlas of Remote Islands.
Fifty Islands I have not visited
and never will
εκδ. Penguin, 2012, σελ. 240

Στην παλιά ναυτική παράδοση των εξερευνητών και των πειρατών, των γεωγραφικών και ναυτικών χαρτών, που, προ GPS, ξεδίπλωναν τον κόσμο, η Γερμανίδα Γιούντιτ Σαλάνσκι, έχοντας μεγαλώσει με τους σχολικούς γεωγραφικούς άτλαντες, έκανε τον «γύρο του κόσμου» των 50 απόμακρων νησιών μέσα στο αναγνωστήριο της Κρατικής Βιβλιοθήκης του Βερολίνου. Αυτός ο «Ατλας τσέπης» είναι από μόνος του ένα «ναυτικό φυλλάδιο» και ένα επίτομο «ημερολόγιο ταξιδίου», ταυτόχρονα ένας ευσύνοπτος ιστορικός και ταξιδιωτικός οδηγός νησιών, στα μήκη και τα πλάτη της υδρογείου, που κανένας ταξιδευτής των Rough Guide και Lonely Planet δεν πρόκειται μάλλον να επισκεφτεί.

Στις σελίδες του χαρτογραφούνται νησιά απομακρυσμένα και πολλά από αυτά ακατοίκητα, με παράδοξα, ποιητικά ή οικεία ονόματα, με τον ίδιο τρόπο, όπως επισημαίνει η «δόκιμος Σαλάνσκι», που το δάχτυλο κινείται πάνω στον «άτλαντα», στις γαλάζιες επιφάνειες και τις συντεταγμένες των «μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων». Ταυτόχρονα, ο αναγνώστης παίρνει μια πρώτη γεύση της αρμύρας, των κακουχιών, αλλά και των ναυτικών περιπετειών, απ’ όπου ξεπήδησαν μεγάλοι εξερευνητές, θαλασσοπόροι τυχοδιώκτες, αλλά και ναυτικά, πολεμικά ή λογοτεχνικά έπη. Ανθρωπογεωγραφία της μοναξιάς, εξερευνήσεις σαν λογοτεχνικές νηοπομπές κι αλλόκοτες ιστορίες που διαβάζονται σαν φανταστικά, κι όμως αληθινά, ταξίδια σ’ ένα ιδανικό ανάγνωσμα παρά θίν’ αλός ή στην άδεια πόλη.
ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Στην Πάτμο, δίχως νοσταλγία

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
Η γραμμή του ορίζοντος
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1991 σελ. 168

Η «Γραμμή του ορίζοντος» δεν είναι ένα βιβλίο για την Πάτμο, είναι ένας λυγμός πριν από το χαμό του Χρήστου Βακαλόπουλου, ένα μυθιστόρημα που εξακολουθεί να διατηρείται φρέσκο επειδή γράφτηκε από ένα παιδί που μεγάλωσε απότομα και γέρασε πρόωρα. Αυτός είναι ο λόγος που η «Γραμμή» καταφέρνει να αιωρηθεί παντοτινά, αφού μια ανέμελη δύναμη διαρκώς την ανεβάζει ψηλά ενώ, την ίδια στιγμή, ένα φορτίο θανάτου προσπαθεί να την καρφώσει στη γη: φτερό και κόκαλο μαζί.

Κάθε φράση του βιβλίου είναι μια φτυαριά και κάθε φτυαριά φτιάχνει ένα μικρό κομμάτι του νησιού. Μόνο που το νησί ονομάζεται Εφηβεία, ονομάζεται Κυψέλη, ονομάζεται Απολογισμός. Η Ρέα Φραντζή, που μόλις έχει χωρίσει, ταξιδεύει στην Πάτμο κι εκεί κάνει μια αναδρομή στη ζωή της, δίχως νοσταλγία. Κι αν υπάρχει νοσταλγία, τότε είναι μια νοσταλγία διορατική, σχεδόν προφητική, αφού προβλέπει τη σημερινή κατάσταση, όταν ένα επιθετικό παρόν έχει περιθωριοποιήσει ανεπιστρεπτί παρελθόν και μέλλον: «Κάποτε το παρόν ήταν συμπαθητικό κι αργότερα κατάλαβε το λάθος του, στάθηκε στο ύψος του και κυρίευσε την οικουμένη».

Η Ρέα ακολούθησε την ίδια πορεία με τον Βακαλόπουλο (παρέες, πολιτική, σινεμά), είχαν ακριβώς την ίδια ηλικία. Ετσι, στη σελίδα 141, το ερωτηματικό μετά τη χρονολογία της γέννησής της (1956-;) είναι το πιο δυσοίωνο σημείο στίξης στο βιβλίο γιατί ζητάει μια απάντηση που τη γνωρίζουμε ήδη.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ