ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η πολιτική της ΕΚΤ έφερε κέρδη 250 δισ. στη Γερμανία

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Κεραυνός εν αιθρία» ήταν για ορισμένους οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες της Γερμανίας η έκθεση που δημοσιοποίησε νωρίτερα αυτήν την εβδομάδα η κεντρική τράπεζα της χώρας, Bundesbank, σχετικά με τα οφέλη που έχουν καρπωθεί οι χώρες της Ευρωζώνης από την πολιτική των χαμηλών επιτοκίων, και ιδίως η Γερμανία. Η χαλαρή νομισματική πολιτική που υιοθέτησε η Ευρωτράπεζα, μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ευνόησε σε υπερβολικό βαθμό την ισχυρότερη οικονομική δύναμη της Ευρωζώνης, η οποία φαίνεται ότι εξοικονόμησε σε τόκους 250 δισ. ευρώ. Η έρευνα της Bundesbank έρχεται να ανατρέψει πλήρως τη μονόπλευρη ρητορική που έχουν υιοθετήσει αρκετοί Γερμανοί πολιτικοί τα τελευταία χρόνια, όταν υποστηρίζουν ότι τα μηδενικά επιτόκια καταθέσεων που εφαρμόζει η ΕΚΤ από τον Σεπτέμβριο του 2014 στερούν εισόδημα από τους Γερμανούς καταθέτες. Ωστόσο, όπως έχει δηλώσει επανειλημμένως ο κ. Ντράγκι, η επεκτατική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ τόνωσε την ανάπτυξη και ενίσχυσε τον πληθωρισμό και, εν πάση περιπτώσει, οι Γερμανοί δεν είναι μόνο καταθέτες αλλά και δανειολήπτες. Αλλωστε, ο κ. Ντράγκι είναι αναγκασμένος να ασκήσει επεκτατική πολιτική, δεδομένου ότι η εντολή που έχει δοθεί στην ΕΚΤ είναι να διατηρεί τον πληθωρισμό «κάτω, αλλά κοντά στο 2%».

Σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα, η επεκτατική νομισματική πολιτική μείωσε το μέσο κόστος δανεισμού των ομοσπονδιακών, πολιτειακών και δημοτικών κυβερνήσεων της Γερμανίας από 4% το 2007 στο 2% το 2016. Αυτό σημαίνει ότι, σε αντίθεση με την κριτική που ασκούν μέλη της γερμανικής κυβέρνησης, τα μέτρα της ΕΚΤ μείωσαν κατά 240 δισ. ευρώ τους τόκους που πληρώνουν οι γερμανικές αρχές την τελευταία δεκαετία. Οπως αναφέρει δημοσίευμα των FT, η έρευνα της Bundesbank εντάσσεται στο πλαίσιο της «περιρρέουσας» φημολογίας ότι ο πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας, Γενς Βάιντμαν, έχει εκφράσει την επιθυμία να διαδεχθεί τον Μάριο Ντράγκι στην προεδρία της ΕΚΤ το 2019. Συνεπώς, ο κ. Βάιντμαν διατηρεί πλέον θετικότερη στάση απέναντι στην πολιτική χαμηλών επιτοκίων. Συγκεκριμένα, επισήμανε ότι οι Γερμανοί δεν είναι μόνον «αποταμιευτές» αλλά και «φορολογούμενοι και ιδιοκτήτες ακινήτων», που έχουν επωφεληθεί από το χαμηλό κόστος δανεισμού στην Ευρωζώνη. Αντίθετα, ο κ. Σόιμπλε έχει εξαπολύσει τα βέλη του εναντίον της Ευρωτράπεζας, και ιδίως εναντίον του κ. Ντράγκι, κατηγορώντας την κεντρική τράπεζα για την άνοδο του ακροδεξιού AfD, ενόψει των γερμανικών εκλογών του Σεπτεμβρίου. Η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων που τέθηκε σε ισχύ από τους θεματοφύλακες της ενιαίας νομισματικής ένωσης δεν είναι ευνοϊκή μόνο για τη Γερμανία. Σύμφωνα με την έρευνα, τα κράτη-μέλη έχουν εξοικονομήσει 1 τρισ. δολ. σε κόστος εξυπηρέτησης χρέους από το 2008. Η Ιταλία, που θεωρείται η τρίτη χώρα με το μεγαλύτερο χρέος, εξοικονόμησε σε τόκους περισσότερο από το 10% του ΑΕΠ. Ακολουθούν η Ολλανδία, η Αυστρία, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Γερμανία, η οποία εξοικονόμησε περίπου 8% του ΑΕΠ. Παρότι η κεντρική τράπεζα συστήνει στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης να θεωρήσουν τα χαμηλά επιτόκια ευκαιρία προκειμένου να επαναφέρουν το χρέος τους σε βιώσιμα επίπεδα, η έρευνα προειδοποιεί ότι «θα ήταν προβληματικό να βασιστεί η νομισματική πολιτική στην παραδοχή ότι επικρατούν πολύ ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες για τις χώρες που διατηρούν υψηλό χρέος».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ