ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΕΝΟΥΔΑΚΟΣ*

Ο δικαστικός λαϊκισμός και οι συνέπειές του

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η​​ τήρηση της θεσμικής ισορροπίας μεταξύ των τριών λειτουργιών του κράτους, νομοθετικής, εκτελεστικής, δικαστικής, αποτελεί προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία του κράτους δικαίου και του δημοκρατικού πολιτεύματος. Την τελευταία περίοδο υπάρχουν ενέργειες και δηλώσεις που θέτουν σε κίνδυνο την, έτσι κι αλλιώς εύθραυστη, ισορροπία αυτή. 

Από τη μια πλευρά επικρίνονται δικαστικές αποφάσεις ως εσφαλμένες και αντίθετες με το περί δικαίου αίσθημα, μερικές φορές μάλιστα με υπονοούμενα για εξυπηρέτηση συμφερόντων ή για κρίσεις υπαγορευόμενες από προκαταλήψεις και προσωπικές ιδεολογικές αντιλήψεις. Από την άλλη πλευρά επισείεται με ιδιαίτερη ευκολία κίνδυνος κατάλυσης της δικαστικής ανεξαρτησίας. 

Ολες αυτές οι εκατέρωθεν δηλώσεις έχουν δημιουργήσει κατάσταση στην οποία παραγνωρίζονται και τα αυτονόητα. Σε κάποια από τα αυτονόητα αυτά αναφέρονται οι σκέψεις που ακολουθούν. 

1. Στη συνταγματική θεωρία αποτελεί κοινό τόπο η άποψη ότι σε ένα δημοκρατικό κράτος είναι αναγκαία η ύπαρξη αποτελεσματικών αντιβάρων. Βασικό θεσμικό αντίβαρο στη νομοθετική και στην εκτελεστική εξουσία είναι τα δικαστήρια. Η λειτουργία τους ως θεσμικών αντιβάρων ενδέχεται βεβαίως να δημιουργήσει εμπόδια στην εφαρμογή μέτρων άσκησης πολιτικής. Με αυτή την έννοια είναι σωστή η φράση ότι υπάρχουν θεσμικά εμπόδια. Πρόκειται ακριβώς για τη λειτουργία των θεσμικών αντιβάρων που απορρέει από δέσμη συνταγματικών διατάξεων και κυρίως από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Δεν είναι όμως ορθό να αμφισβητείται η λειτουργία των θεσμικών αντιβάρων. Είναι διαφορετικό βεβαίως το ζήτημα ότι τα δικαστήρια πρέπει να εφαρμόζουν το δίκαιο με σωστή εκτίμηση της πραγματικότητας.

2. Η επίκληση του κοινού περί δικαίου αισθήματος πρέπει να γίνεται με επίγνωση της αβεβαιότητας στην ανίχνευσή του και κυρίως των συνεπειών της εφαρμογής του. Μπορεί να οδηγήσει σε καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και σε παραβίαση βασικών αρχών του νομικού μας πολιτισμού. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναζήτηση του λαϊκού αισθήματος κατά την απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί δικαστικό λαϊκισμό που σε κάποιες περιπτώσεις καθίσταται περισσότερο επικίνδυνος από τον λαϊκισμό κατά την άσκηση πολιτικής.

3. Οι δικαστικές αποφάσεις είναι σε κάθε περίπτωση δεκτικές κριτικής. Κριτικής, όμως, με γνώση των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης και όχι με βάση  προσωπικό κώδικα αξιών και ανερμάτιστες εντυπώσεις. Ιδιαίτερη είναι η ευθύνη των εκπροσώπων του πολιτικού κόσμου κατά τη διατύπωση κρίσεων ως προς την ορθότητα δικαστικών αποφάσεων. Η από μέρους τους αποδοκιμασία, αλλά και η επιδοκιμασία δικαστικών ενεργειών, εμπλέκει τη Δικαιοσύνη στον πολιτικό ανταγωνισμό. 

4. Η υλοποίηση οποιασδήποτε πολιτικής, ακόμη και αν αποβλέπει σε δημόσιους σκοπούς ως προς την ορθότητα και σκοπιμότητα των οποίων δεν τίθεται αμφιβολία, πρέπει να επιδιώκεται στο πλαίσιο της έννομης τάξης. Το δόγμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» οδηγεί σε κατάλυση του κράτους δικαίου, με το οποίο διασφαλίζεται, πλην άλλων, η δυνατότητα άσκησης των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

5. Η υπεράσπιση του κύρους της Δικαιοσύνης από τους εκπροσώπους του δικαστικού σώματος δεν πρέπει να γίνεται κατά τρόπο με τον οποίο υπονομεύεται αυτή η ίδια η υποστήριξη. Θεωρώ ότι οι δημόσιες δηλώσεις ορισμένων δικαστικών ενώσεων έχουν υπερβεί τα επιτρεπτά όρια, με αποτέλεσμα να μειώνεται η αξιοπιστία της δικαιολογημένης αντίδρασής τους.

6. Τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο των εκατέρωθεν δηλώσεων και της σχετικής αντιπαράθεσης μεταξύ φορέων των τριών λειτουργιών αφορούν ασφαλώς τη λειτουργία των θεσμών. Η ίδια όμως η αντιπαράθεση κινείται εκτός θεσμικού πλαισίου. Επομένως, δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως θεσμική η παρέμβαση στην αντιπαράθεση αυτή προσώπων που κατέχουν υψηλά αξιώματα στο δικαστικό σώμα. 

* Ο κ. Κωνσταντίνος Μενουδάκος είναι επίτιμος πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ