ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κυριακές στο Τόκιο

Βασίλης Μασσέλος

Μοιάζει με ανέκδοτο, αλλά, όταν σπούδαζα, πριν από δύο δεκαετίες, στην Ιαπωνία, συγκατοικούσα με έναν Ιταλό, έναν Ισπανό και έναν Ιρλανδό. Μέναμε σε μια μεγάλη μονοκατοικία με κήπο, κάτι εξόχως σπάνιο για το Τόκιο. Το ενοίκιο ήταν σχετικά χαμηλό, επειδή το σπίτι ήταν δυτικού τύπου και δεν έβρισκε ενοικιαστές, αφού το χρηματιστήριο είχε ήδη ξεφουσκώσει (δέκα ακριβώς χρόνια πριν από την αντίστοιχη ελληνική περίπτωση) και μαζί του ο αριθμός των ξένων στελεχών που ζούσαν στη χώρα, στους οποίους απευθυνόταν. Προφανώς κανείς ντόπιος δεν το ήθελε χωρίς ιαπωνικό μπάνιο και τατάμι (ψάθα) στο πάτωμα, και έτσι το πήραμε εμείς κοψοχρονιά. Ο Ιταλός και ο Ιρλανδός είχαν ζήσει κατά το παρελθόν στη χώρα και την αγαπούσαν πολύ, ενώ ο Ισπανός μοναδικό στόχο είχε να επιστρέψει στη Βαρκελώνη με το μεγαλύτερο μέρος της υποτροφίας του ανέπαφο (ήμασταν όλοι υπότροφοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) για να αγοράσει σπίτι. Γι’ αυτό δεν ακολουθούσε ποτέ, ενώ η μόνη απόπειρα προσέγγισης των ιαπωνικών πραγμάτων που έκανε ήταν να γραφτεί σε μια σχολή καράτε -είχε φέρει μαζί του και την ειδική στολή-, αλλά έφαγε τόσο ξύλο, που τα παράτησε μετά το δεύτερο μάθημα, παρότι είχε πληρώσει όλο τον μήνα. Αντιθέτως, εμείς οι υπόλοιποι λατρέψαμε τη χώρα και ζούσαμε σε κάποιον βαθμό ως Ιάπωνες και όχι ως «γκάιτζιν», δηλαδή ξένοι. Τις Κυριακές βρισκόμασταν καμιά φορά στο Χαρατζούκου, στο θαυμάσιο πάρκο Γιογιόγκι, όπου είναι χτισμένος ένας από τους μεγαλύτερους και σπουδαιότερους σιντοϊστικούς ναούς, αφιερωμένος στον αυτοκράτορα Μέιτζι. Προφανώς δεν πηγαίναμε για προσκυνηματικούς λόγους, παρά το γεγονός ότι στην είσοδο του Μέιτζι-Τζίνγκου υπάρχουν δεκάδες τεράστια και υπέροχα αισθητικά βαρέλια γεμάτα σάκε υψηλής ποιότητας, αλλά και δυτικού τύπου γεμάτα από κρασί Βουργουνδίας, που άρεσε στον συγχωρεμένο τον Μέιτζι. Ακόμα και σήμερα οι παμπόνηροι Βουργουνδοί εν οίνω αδελφοί μου στέλνουν κάθε χρόνο καμιά διακοσαριά μπουκάλια δώρο στον ναό. Δυστυχώς αυτοί οι μοναδικοί πειρασμοί δεν αφορούν τους επισκέπτες, οπότε εμείς πηγαίναμε στο Γιογιόγκι για να δούμε πώς ξεδίνουν οι ντόπιοι. 

Εκεί κάθε Κυριακή η αστυνομία κλείνει τον δρόμο στα αυτοκίνητα και στήνονται διάφορες μουσικές σκηνές με λόγιο πρόγραμμα, όπως πανκ, μέταλ, χιπ χοπ, σκληρό ροκ και ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους (χωρίς υπερβολή, μέχρι χορό της κοιλιάς). Εκεί συχνάζει και το ροκαμπίλι κλαμπ της ιαπωνικής πρωτεύουσας, με αποτέλεσμα ύστερα από μισή ώρα να είναι κανείς σίγουρος ότι ο Έλβις ήταν Γιαπωνέζος και έχει τουλάχιστον τριακόσια εγγόνια. Όσο διαρκεί το ταρατατζούμ, το όλο σκηνικό δεν διαφέρει από αντίστοιχα events σε οποιαδήποτε πρωτεύουσα του κόσμου, ενώ το αλκόολ ρέει άφθονο κυρίως με τη μορφή της γενικώς εξαιρετικής ιαπωνικής μπίρας. Η διαφορά του Τόκιο από π.χ. το Άμστερνταμ, το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη είναι ότι στις πεντέμισι ακριβώς σταματάει η μουσική και πανκ, φρικιά, ροκαμπίλι, μπέλι ντάνσερς, θεατές και περιπατητές πιάνουν σκούπες, φαράσια και σκουπιδοσακούλες και καθαρίζουν σχολαστικά τον δρόμο. Όταν η αστυνομία τον παραδίδει εκ νέου στην κυκλοφορία, δεν υπάρχει τίποτε που να θυμίζει όσα συνέβησαν εκεί τις προηγούμενες ώρες. Πολλά δε εκ των φρικιών βγάζουν την περούκα και τη στολή και την άλλη μέρα παρουσιάζονται με το κοστουμάκι ή το ταγεράκι τους στη δουλειά. Την επόμενη Κυριακή, φτου και από την αρχή. ■

* Ο Βασίλης Μασσέλος είναι συνεργάτης της «Κ» σε θέματα γαστρονομίας, καθώς και βιοτέχνης.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ