Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Ζαν Μορό και Μάιλς Ντέιβις

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ηταν στην ταινία «Ασανσέρ για δολοφόνους» (1958) του Λουί Μαλ, ιδιότυπο φιλμ νουάρ και ένα από τα πρώτα δείγματα του γαλλικού Νέου Κύματος (νουβέλ βαγκ), στο οποίο έλαμψε το άστρο της Ζαν Μορό. Η Γαλλίδα σταρ, που πέθανε προχθές στα 89 της, μπορούσε απλώς να διασχίζει τους δρόμους του Παρισιού (δηλαδή, να μην κάνει απολύτως τίποτα) και να γεμίζει την οθόνη με την παρουσία της - και όχι μόνο λόγω της ομορφιάς και της κάπως παγερής κομψότητάς της αλλά κυρίως χάρη στη φορτισμένη προσωπικότητα, τη δυναμική ενέργεια και την εσωτερική ένταση που απέπνεε σε κάθε της χειρονομία ή έκφραση. (Ανάλογα, θα κλέψει την παράσταση, λίγα χρόνια αργότερα, και στη «Νύχτα» του Μικελάντζελο Αντονιόνι, πλάι στον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι). Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, η ταινία του Λουί Μαλ δεν είναι από τις αγαπημένες μου. Την καθιστούν αξιομνημόνευτη, όμως, η Ζαν Μορό αλλά και η τρομπέτα και το κουιντέτο του Μάιλς Ντέιβις.

Ο δαιμόνιος Αμερικανός μουσικός ταξίδεψε τότε ώς το Παρίσι και εκεί ηχογράφησε τον Δεκέμβριο του 1957 το σύνολο της μουσικής υπόκρουσης της ταινίας με ένα κουιντέτο που, λίγο πολύ, έστησε επιτόπου. Αποτελούνταν από την αφεντιά του, τρεις Γάλλους μουσικούς που γνώρισε εκεί και τον σπουδαίο κρουστό Κένι Κλαρκ που τότε ζούσε στη Γαλλία. Το «Ασανσέρ» δεν ήταν η μοναδική ταινία που είχε αμιγώς τζαζ μουσική υπόκρουση. Ο μεγάλος Αμερικανός σκηνοθέτης Οτο Πρέμινγκερ είχε σειρά ταινιών με έξοχη τζαζ υπόκρουση (συχνά απ’ το άλλο μεγάλο θηρίο του είδους, τον Ντιουκ Ελινγκτον). Στο «Ασανσέρ», ο Μάιλς μοιάζει λες και έφτιαξε έναν ολόκληρο κόσμο εμπνευσμένο από την ίδια τη μορφή της Μορό. Οχι τυχαία.

Υπάρχει μια ωραία φωτογραφία που απεικονίζει τον Μάιλς προφίλ με την τρομπέτα στα χείλη του. Διακρίνονται στο βάθος, αριστερά, δύο από τους τρεις Γάλλους μουσικούς, ο μπασίστας και ο σαξοφωνίστας, κυρίως όμως διακρίνεται η Ζαν Μορό, στα δεξιά, γεμίζοντας το κάδρο. Σκύβει με περιέργεια πάνω από τον Μάιλς, φορώντας ανοιχτόχρωμο φόρεμα και πέρλες στον λαιμό, δίχως όμως να τον κοιτάζει. Το βλέμμα της χάνεται κάπου πίσω του. Τα ωραία, ξανθά μαλλιά της ολοκληρώνουν το μεγαλείο μιας στιγμής. Ο δε Μάιλς, τριάντα ενός ετών τότε, πάνω στην κορύφωση της δημιουργικής του πορείας (αλλά και της μάχης του με την ηρωίνη), δείχνει ωραίος, αρρενωπός και γεμάτος σφρίγος. Φορά τα ωραία κοστούμια που φορούσε τότε προτού κυλήσει στις άθλιες εξτραβαγκάντζες, τόσο ενδυματολογικά όσο και ως προς την κόμμωσή του, της δεκαετίας του ’70.

Η φωτογραφία, και πάνω απ’ όλα η ίδια η μουσική του Μάιλς για την ταινία, διασώζουν έναν ταραγμένο, παθιασμένο έρωτα: η Μορό και ο Μάιλς είχαν στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, μια παράφορη ερωτική σχέση για την οποία μιλά με πάθος στην αυτοβιογραφία του ο Ντέιβις.

Η εικόνα της Ζαν Μορό να διασχίζει θλιμμένη τα παρισινά Ηλύσια Πεδία, νύχτα, υπό την υποβλητική, ατμοσφαιρική μουσική υπόκρουση του Μάιλς Ντέιβις, είναι μία από τις πολλές της μεγάλης σταρ που θα συντροφεύει ορισμένους από εμάς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ