ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΦΟΡΤΣΑΚΗ*, ΑΝΤΩΝΗ ΒΓΟΝΤΖΑ**

Κριτική στη Δικαιοσύνη; Ναι, αλλά με κανόνες!

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Την ελευθερία και το δικαίωμα έκφρασης των στοχασμών του προφορικά, γραπτά και διά του Τύπου έχει ο καθένας μας. Οχι μόνο οι πολίτες. Ολοι οι κάτοικοι της Ελλάδας. Το έχουν και οι δικαστές. Με ένα μόνο όριο. Να μην γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της Δικαιοσύνης ή υπέρ ή κατά ορισμένου κόμματος. Το Σύνταγμα του 1974 ξεκαθάρισε το γκρίζο πεδίο που είχε διαμορφωθεί προδικτατορικά ως προς τη δυνατότητα των δικαστών να οργανώνονται συνδικαλιστικά. Την κατοχύρωσε ρητά. Και ο κοινός νομοθέτης εξειδίκευσε το περιεχόμενό της. Αποτελούν δικαίωμα η συμμετοχή και η ανάπτυξη δραστηριότητας στις αναγνωρισμένες ενώσεις δικαστών και η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης που γίνεται στο πλαίσιο της συμμετοχής σε αυτές.

Σ’ αυτό το θεσμικά κατοχυρωμένο υπόβαθρο ο πολίτης μπορεί να ασκεί κριτική στις δικαστικές αποφάσεις. Με κανόνες βέβαια και με αξίες. Η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή δεν είναι προϊόν και αποτέλεσμα κάποιων γραφειοκρατικών εγγυήσεων. Δεν μπορούμε να αξιώνουμε από τον δικαστή συνεχώς ηρωικές αποφάσεις όταν ο ίδιος υβρίζεται, λοιδορείται, εκβιάζεται και απειλείται. Η δικονομική συνείδησή του δεν σχηματίζεται ως εάν ο δικαστής βρίσκεται σε ένα συναισθηματικό, ιδεολογικό και πνευματικό ερμητικά περιφραγμένο κενό.

Το ίδιο δικαίωμα κριτικής των δικαστικών αποφάσεων έχει και ο πολιτικός. Είτε διώκεται είτε διώκει. Μπορεί να υπερασπιστεί την τιμή του έναντι του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων, ακόμα και αν αυτές είναι αμετάκλητες. Ποτέ, όμως, με προσωπικές επιθέσεις εναντίον των προσώπων που έχουν εκτελέσει τα συγκεκριμένα δικαστικά καθήκοντα.

Για τον πολιτικό, που ασκεί κυβερνητικά καθήκοντα και είναι εν δυνάμει υπόλογος για τις αποφάσεις του ενώπιον της Δικαιοσύνης, οι περιορισμοί στο δικαίωμα κριτικής είναι ακόμα περισσότεροι. Η εκτελεστική εξουσία είναι όντως εξουσία με πολλά πλοκάμια. Η έκφραση δημόσιας κριτικής των δικαστικών αποφάσεων από την κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί να εκληφθεί και ως επέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης. Προφανώς, με την κριτική του ο κάθε υπουργός δεν έχει δικαίωμα να λασπολογεί εις βάρος των δικαστών με αφορμή την έκδοση μιας απόφασης. Οφείλει ο πολιτικός να εξαντλήσει όλα τα μέσα, όλες τις διαδικασίες, προτού καταφύγει στην άσκηση δημόσιας κριτικής. Και αν εκτιμά ότι η υπό διαμόρφωση νομολογία ακολουθεί μη ορθό, κατά την εκτίμησή του, προσανατολισμό, ένα δρόμο έχει. Να τροποποιήσει τη νομοθεσία. Αποφεύγοντας την αναδρομική ισχύ των διατάξεων.

Δικαίωμα άσκησης κριτικής στις δικαστικές αποφάσεις έχει ακόμα και ο υπουργός Δικαιοσύνης. Πέρα από την αναγκαία θεσμικά αβρότητα και κοσμιότητα, αυτός ειδικά δεν μπορεί να δίνει την εντύπωση ότι η απονομή της δικαιοσύνης είναι θέμα συγκεκριμένης σύνθεσης του Δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται τη μία ή την άλλη υπόθεση. Ούτε να υπόσχεται καλύτερες συνθέσεις ως προς εκείνη που κατέληξε σε μια αρνητική για τις δικές του ευαισθησίες κρίση. Ο υπουργός Δικαιοσύνης δεν είναι ο πρόεδρος ενός Μονομελούς Εφετείου. Ούτε ο πρόεδρος ενός Μονομελούς Αρείου Πάγου.

Δικαίωμα άσκησης κριτικής έχει και η κυβέρνηση συνολικά. Είτε διά του πρωθυπουργού είτε διά του κυβερνητικού εκπροσώπου. Οποιαδήποτε, όμως, απόφαση, με οποιοδήποτε περιεχόμενο δεν δίνει σε κανένα πρωθυπουργό το δικαίωμα να αποκαλεί τη Δικαιοσύνη «θεσμικό εμπόδιο» στην επιχείρηση υλοποίησης του υποτιθέμενου έργου του. Ειδικά σε εκείνον που επικαλείται τις αυταπάτες του και τις εσφαλμένες επιλογές του σε βασικά πρόσωπα της κυβέρνησης για να δικαιολογήσει την εθνική τραγωδία, που εκείνος προκάλεσε. Και δεν αρκούν μόνο τα θεσμικά θανάσιμα λόγια του πρωθυπουργού για να τα θέσουμε στη θέση της ελάσσονος πρότασης σε έναν ολοκληρωμένο δικαιοπολιτικό συλλογισμό. Η ελάσσονα πρόταση πρέπει να συμπληρωθεί και από την ανεξήγητη, με την απλή λογική, ανοχή της δραστηριότητας αντιεξουσιαστικών ομάδων, οι οποίες επιλέγουν να μας εντυπωσιάζουν, με κουκούλες ή μη, με τις δικές τους κρίσεις για τις δικαστικές αποφάσεις. Οι καταστροφές περιουσιών αγνώστων, κατά κανόνα, ιδιοκτητών από κουκουλοφόρους δεν συμβάλλουν στη διεύρυνση της κριτικής των δικαστικών αποφάσεων. Στο αντίθετο αποτέλεσμα συμβάλλουν. Και στην επιβεβαίωση μιας άτυπης αλληλεγγύης μεταξύ κατηγορουμένων και αντιεξουσιαστών.

Πρέπει να γίνει κατανοητό. Οι σύγχρονες δημοκρατίες δεν καταρρέουν, κατά κανόνα, από πολεμικές εκστρατείες. Η ηθική διάβρωση των πυλώνων της Δημοκρατίας και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης απειλεί αυτήν την ίδια τη Δημοκρατία. Σε μια τέτοια περίπτωση αυτοί που θα την υπερασπιστούν θα είναι πολλοί λιγότεροι, με χαμηλότερο ηθικό και ελάχιστους συμμάχους. Οπωσδήποτε όχι με τους ροπαλοφόρους - κουκουλοφόρους. Και οπωσδήποτε όχι με τους πολιτικούς, που τους ανέχονται ή τους κλείνουν το μάτι.

* Βουλευτής Επικρατείας Ν.Δ., πρώην πρύτανης ΕΚΠΑ, καθηγητής της Νομικής Σχολής.
** Δικηγόρος, επιστημονικός διευθυντής ΙΣΤΑΜΕ Ανδρέας Παπανδρέου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ