Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ζωή και θάνατος, μείγμα αξεδιάλυτο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Αυτή η «Aλκηστη» του Ευριπίδη δεν ήταν μία ακόμη καλοκαιρινή, φεστιβαλική, επιδαύρια παράσταση. Δεν ήταν απλώς θαυμάσια για ορισμένους και λάθος ανάγνωση για κάποιους άλλους. Δεν χειροκροτήθηκε, συζητήθηκε, έτερψε ή δίχασε, όπως συμβαίνει συνήθως, δεκαετίες τώρα και ύστερα λησμονιέται και ανασύρεται για να συγκριθεί με μιαν άλλη, μεταγενέστερη «Aλκηστη». Η δοκιμασμένη Κατερίνα Ευαγγελάτου στην πρώτη σκηνοθεσία της στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου προσήλθε σαν έτοιμη από καιρό. Θαρραλέα, τολμηρή, με προίκα οικογενειακή, «βιώματα» όχι διαμεσολαβημένα, εμπεριέχοντας τον πατέρα της Σπύρο (στη μνήμη του ήταν αφιερωμένη η παράσταση) και τη μητέρα της Λήδα, σε μια σύνθεση δική της, πρωτογενή, καθόλου δανεική ή εξαρτημένη. Η «επένδυση» του διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Στάθη Λιβαθινού στο πρόσωπό της απέδωσε καρπούς, αναδεικνύοντας τη δύναμη και συγκρότηση ενός νέου ανθρώπου με στέρεη σκευή, πολύτιμη τριβή με το θέατρο, γνώση, βλέμμα, οσμή και μέτρο.

Υπάρχουν ενστάσεις και αντιρρήσεις για την παράσταση, αλλά κι αυτές τις ακούω να διατυπώνονται με επιχειρήματα, όχι απλώς απορριπτικά, διεκπεραιωτικά και αδιάφορα.

«Η “Αλκηστη” είναι τραγωδία, τραγωδία της Επιστροφής από τον Θάνατο στον Θάνατο που λέγεται Ζωή κι ο Ευριπίδης τα εξετάζει και τα δύο με ψυχρή αντικειμενικότητα», γράφει ο Cedric H. Whitman (1916 - 1979) και διαβάζουμε στο αναλυτικό πρόγραμμα. Ο καθηγητής του Αρχαίου Θεάτρου Βάιος Λιάπης σημειώνει: «Πρέπει να παραδεχτούμε εξαρχής ότι η Αλκηστη προκαλεί αμηχανία: μπροστά της στεκόμαστε απορημένοι, περίπου όπως ο Αδμητος μπροστά στη νεκραναστημένη γυναίκα του. Είναι άραγε η Αλκηστη τραγωδία ή μήπως είναι σύνθεμα που δρασκελίζει τα όρια των δραματικών ειδών, κλείνοντας το μάτι προς την κατεύθυνση του σατυρικού δράματος ή ακόμη και της κωμωδίας;».

Σε αυτό το διάκενο έκτισε, προσεκτικά, η Κατερίνα Ευαγγελάτου. Προσωπικά, αισθάνθηκα ότι ο πάνω και ο κάτω κόσμος ήταν σε διαρκή επικοινωνία, μια διαρκής επιστροφή από τον θάνατο στη ζωή και αντίστροφα. Το φελινικό γκροτέσκο του Ηρακλή και η παράνοια του τυράννου (;) Αδμητου, η διακεκομμένη κίνηση του χορού και η ροκ παραφορά του στον θρήνο, ο κατακερματισμός των ενοχών, μέσα σε ένα παλίμψηστο διαθέσεων, η εναλλαγή του γελοίου και του τραγικού, του πρωτότυπου και του ομοιώματος, της ειρωνείας και της αμηχανίας, της αγάπης (πατρικής, υικής, συζυγικής) και της σαρωτικής απομυθοποίησή της, της πρόδηλης υποκρισίας και της κατεδαφιστικής ατολμίας - απροθυμίας... Πολλά «ζεύγη» μπορεί να σκεφτεί κανείς και μετά να αναιρέσει ή να ξανασκεφτεί και να εδραιώσει. Η Κ. Ευαγγελάτου έκτισε στο διάκενο, στη λεπτομέρεια, στην αμφιθυμία της ανημπόριας, με σαφή θέση απέναντι στο έργο (υποβοηθούμενη από τη μετάφραση του Κώστα Τοπούζη). Το «διάβασε» με τον τρόπο της και το υπηρέτησε με γενναιότητα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη μιας συνεπούς, στην απόδοσή της, άποψης.

Το πένθος και η γιορτή δεν αντιστοιχούν μονοσήμαντα στον θάνατο και στη ζωή. Μπορεί «η ζωή να μην είναι για τους μουτζούφληδες», αλλά μπορεί κανείς να απαντήσει με ασφάλεια και στο ερώτημα «τι εστί άνθρωπος;». Ποια είναι η στιγμή της αλήθειας στο έργο του Ευριπίδη και υπάρχει αυτή η στιγμή; Οταν ακόμη και το σήκωμα του πέπλου της γυναίκας που φέρνει από τον Αδη ο Ηρακλής είναι μια χειρονομία αμφίσημη. «Η “Αλκηστη” διαβασμένη σαν τραγωδία τελειώνει με μια κοροϊδευτική ανάσταση, διαβασμένη σαν κωμωδία καταλήγει σ’ ένα θανατηφόρο γάμο», σημειώνει ο Γιαν Κοτ.

Η παράσταση εμπεριέχει τη ζωή και τον θάνατο σε ένα μείγμα αξεδιάλυτο και αυτό ακριβώς το μη σύνορο συμφιλιώνει με ό,τι αποκαλεί και υπηρετεί ο καθένας μας ως ζωή.

Αφησα για το τέλος κάτι που αφορά και δεν αφορά την παράσταση. Μια μικρή πινελιά που εγγράφηκε μέσα μου με απροσδόκητη ένταση. Η στιγμή που εμφανίζεται στην ορχήστρα ο Ηρακλής, ντυμένος αλλόκοτα, σέρνοντας ένα κάρο με μια βαλίτσα, κρατώντας ντουντούκα, με ένα πρόσωπο-μάσκα σε μόνιμο, λες, κλαυσίγελο. Μου φάνηκε μια πυκνή αναφορά στο Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, σε εισόδους με θεατρίνους και κάρα, στην πλάνητα τέχνη της σκηνής. Μια στιγμή που η κόρη «συνομιλεί» με τους γονείς, κλείνοντας το μάτι με ένα δάκρυ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ