ΕΛΛΑΔΑ

«Ετσι ήταν κάποτε τα νησιά εδώ»

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

«Πρώτα προσανατολίζαμε το σπίτι σε σχέση με τον άνεμο. Για να είναι προφυλαγμένο, αλλά να έχει και τη δροσιά του. Μετά κάμαμε τα θεμέλια».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο μπαρμπα-Μάρκος είναι ο κλειδοκράτορας της Χώρας της Σικίνου. Αγαπητός απ’ όλους, φυλάει τα κλειδιά όλων των παλαιών εκκλησιών αλλά και των παραδοσιακών σπιτιών που έχουν ανακαινιστεί τα τελευταία 30 χρόνια. Τον εμπιστεύονται οι ιδιοκτήτες από την Αθήνα και το εξωτερικό. Οχι μόνο επειδή ο ίδιος τα ανακαίνισε, μα γιατί είναι ντόμπρος. Ανθρωπος εμπιστοσύνης και τίμιος μάστορης, τα φροντίζει όσο λείπουν. Είναι ο πιο παλιός χτίστης του νησιού, που χρησιμοποιεί ακόμα τις παραδοσιακές τεχνικές για τους πετρόχτιστους τοίχους, τις κυκλαδίτικες τσιμεντοκονίες, τις ξερολιθιές. 

Συνάντησα τον Μάρκο Ζαγοραίο ένα απόγευμα του Ιουλίου. Μπήκε στον κόπο να μου δείξει ολόκληρο τον οικισμό που είναι σκαρφαλωμένος πάνω σε μια ράχη με απόλυτη θέα στο πέλαγος. Και μετά τη βόλτα, με νερό δροσερό και καφέ ελληνικό, μου μίλησε για τη ζωή του. Μέσα από τη διήγησή του οι Κυκλάδες μεταμορφώθηκαν, από θέρετρο, σε έναν τόπο μόχθου και σοφής συμβίωσης με τη φύση. Γλυκομίλητος, όπως οι Νησιώτες παλιά, κάθε τόσο με κοιτούσε και έλεγε: «Ετσι ήταν κάποτε τα νησιά εδώ, μάτια μου».

Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από το φλιτζάνι και άρχισε: «Εγεννήθηκα το ’50. Ημουν ο πρωτότοκος γιος του φούρναρη. Αλλά δεν πήρα αυτό το επάγγελμα. Eίχα κακά βιώματα. Πέντ’-έξι χρονών έπρεπε να τρέχω στις κορφές να μαζεύω τα φρύγανα για τον ξυλόφουρνο. Δεμάτια ολόκληρα που τα φόρτωνα πάνω στα ζώα. Πήγα, στο μεταξύ, και σχολείο. Εβγαλα όλο το δημοτικό, μα δούλευα από πιο μικρός».

Με ό,τι είχες

«Το χτίσιμο το ’μαθα από τον παππού μου. Τότε οι άνθρωποι ξέρανε όλες τις δουλειές, γιατί εδώ, στην άκρη του Θεού, πώς θα τα βγάζανε πέρα; Ο,τι ήθελες έπρεπε να το φτιάξεις μόνος σου και με ό,τι είχες. Καράβια δεν υπήρχανε πολλά, ούτε σωστό λιμάνι. Το πλοίο σταμάταγε αρόδο. Επιβάτες και πράματα κατεβαίνανε στις λάντζες και μετά με τα γαϊδούρια πηγαίνανε την ανηφόρα να φτάσουν στη Χώρα».
«Πήγα στον Πειραιά σε μια σχολή 13 χρονώ, πήγα στα καράβια, μετά στην Αθήνα, οικοδομές. Υστερα ξαναγύρισα και έμεινα εδώ. Είχα δουλειά σα χτίστης. Το πιο δύσκολο ήταν να γίνει ο ασβέστης. Τώρα τον επαίρνεις έτοιμο. Κείνη την εποχή, έπρεπε να φτιάξεις καμίνι, να κάψεις τον ασβεστόλιθο για να έχεις την πρώτη ύλη. Και δεν ήτανε να τον χρησιμοποιήσεις αμέσως. Τον ζύμωνες και τον άφηνες καμιά βδομάδα μέχρι να μην είναι άγουρος. Να σιτέψει. Δόξα τω Θεώ, η Σίκινος είχε πολύ ασβεστόλιθο και έτσι τα καταφέρναμε. Μαζί με τον ασβέστη βάζαμε την άμμο και την τρίχα του κατσικιού. Στο κονίαμα, η τρίχα έκανε το πλέγμα και συγκρατούσε το υλικό».

«Πρώτα προσανατολίζαμε το σπίτι σε σχέση με τον άνεμο. Για να είναι προφυλαγμένο αλλά να έχει και τη δροσιά του. Μετά, κάμαμε τα θεμέλια. Τα σπίτια ήτανε μικρά γιατί δεν είχαμε μεγάλα ξύλα για τις σκεπές. Το πιο ακριβό πράγμα ήτανε το ξύλο, η φίδα (ο κέδρος), δηλαδή, γιατί δεν υπήρχαν άλλα δέντρα εδώ. Μαζεύαμε και ξύλα που έβγαζε η θάλασσα από ναυάγια. Κάποτε φτάνανε οι φίδες αυτές σε μήκος 2-3 μέτρα, σήμερα δεν έχει απομείνει τίποτα, παρά μόνο κάτι χαμηλές σα θάμνοι. Στην εποχή μου τις καθαρίζανε απ’ τα πλαϊνά κλαδιά, για να θεριέψει ο κορμός. Είναι τόσο γερός που δεν τον περνάει ατσαλόκαρφο. Ετσι σταθήκανε όρθια όλα τα σπίτια στις Κυκλάδες, για αιώνες, ειδικά στα νησιά που δεν μπορούσανε να εισάγουνε εύκολα ξυλεία».

«Στα νησιά οι τοίχοι είναι ακανόνιστοι γιατί ακανόνιστο είναι και το χέρι του μάστορα. Και για να χτίσεις έναν τοίχο, πρώτα τον εχαϊδεύεις. Χωρίς χάδι τίποτα δεν γίνεται, σε καμιά δουλειά. Να το ξέρεις αυτό από τον μπαρμπα-Μάρκο. Και χωρίς αγάπη δεν γίνεται κάτι. Αν σ’ αρέσει η δουλειά σου και την πονάς, το αποτέλεσμα αρέσει σ’ όλο τον κόσμο. Αν δεν σου αρέσει αυτό που κάνεις, να μην περιμένεις να αρέσει και σε κανέναν άλλο. Αδιάφορο θα ’ναι. Και άχαρο. Πόσοι άνθρωποι σήμερα σε αυτήν την χώρα κάνουμε την δουλειά που θέλουνε; Ε; Αντε να βρεθεί το γούστο και το μεράκι μετά…».

Η ξερολιθιά

«Το πιο αρχαίο πράμα είναι η ξερολιθιά. Δεν είναι δύσκολo να γίνει. Αλλά να ξέρεις πώς να την κάνεις. Ετσι κρατάγαμε το λιγοστό χώμα. Και σε αυτό το έδαφος καλλιεργούσαμε σιτάρια, κριθάρια, αμπέλια. Ακόμα και σε ένα νησάκι σαν την Σίκινο, δεν πεινάσανε στον Πόλεμο. Οκτακόσιες ψυχές ζήσανε. Γιατί υπήρχανε τα χωράφια και η κτηνοτροφία και κάτι τρώγανε. Κοίτα γύρω σου. Δεν θα δεις πλαγιά χωρίς αναβαθμίδα. Εστω και μια κουταλιά χώμα δεν πήγαινε χαμένη. Δεν έχουμε πια την αίσθηση της οικονομίας. Χάθηκε με την αφθονία. Τότε τα μετράγαμε όλα».

«Ερχονται σήμερα οι άνθρωποι από την Αθήνα στη Σίκινο, κάμουνε τα μπάνια τους και δεν μπορούν να φανταστούν πώς ήταν η ζωή εδώ πριν από μερικές δεκαετίες. Για να επιβιώσεις, έπρεπε να τα πηγαίνεις καλά με τη φύση. Να ξέρεις τις πέτρες, τα ξύλα, τα χόρτα, το χώμα, τις εποχές, τη θάλασσα, τα ζώα, τον καιρό, τον άνεμο, τη φωτιά. Να ’σαι αυτόνομος και προνοητικός γιατί είσαι αποκομμένος και δεν θα έρθει κανείς να σε βοηθήσει. Να βρίσκεις τις λύσεις, τις πατέντες που λέμε. Να μην καταστρέφεις κάτι γιατί θα το χρειαζόσουν στο μέλλον. Ναι, η ζωή ήταν κάτεργο αλλά είχε και τη χαρά της. Επρεπε να φροντίζεις τον διπλανό σου, να μάθεις να συνυπάρχεις και να συνεργάζεσαι, γιατί όλες οι δουλειές γίνονταν συνεργατικά. Ετσι τα καταφέρνανε οι άνθρωποι στις Κυκλάδες από την αρχαιότητα, μέχρι που ήρθε ο ηλεκτρισμός...».

Ο μπαρμπα-Μάρκος με ξεπροβόδισε από το καφενείο στον δρόμο. Εκοψε ένα κλωνάρι δενδρολίβανο, το μύρισε και το έβαλε πίσω από το αυτί του. Και ύστερα έκοψε άλλο ένα κλαδάκι και μου το έδωσε για τη μυρωδιά. «Πάρ’ το για συντροφιά και άντε ξαναέλα του χρόνου...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ