ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ζαν Μορό, ελεύθερη σαν άνεμος

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Η Ζαν Μορό στα γυρίσματα της ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το μετέωρο βήμα του πελαργού» (Φλώρινα, 1991).

«Η Ζαν Μορό, που κάθεται δίπλα μας στο μπαρ της Μεγάλης Βρεταννίας, έφθασε την προκαθορισμένη ώρα της συνέντευξης, 7 ακριβώς, παρήγγειλε ένα ποτό (χωρίς αλκοόλ), άναψε τσιγάρο –συνήθεια που δεν εγκατέλειψε σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης– και είπε: “Μπορούμε να μιλήσουμε για οτιδήποτε θέλετε εκτός από τον πόλεμο και τα γεγονότα στον Περσικό”. Φοράει μαύρο ταγέρ, κόκκινο πουκάμισο, κοσμήματα αυστηρά και με πολύ γούστο επιλεγμένα. Εκπέμπει ευγένεια, κομψότητα, φινέτσα. Εντονη προσωπικότητα με στυλ και γοητεία (...) Τίποτε επάνω της δεν είναι προκατασκευασμένο, προμελετημένο να εντυπωσιάσει».

Ο πρόλογος από τη συνέντευξη με τη Ζαν Μορό που δημοσιεύτηκε στην «Κ» στις 26 Ιανουαρίου του 1991, στη διάρκεια των ταραγμένων και επεισοδιακών γυρισμάτων του «Μετέωρου βήματος του πελαργού» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, εξαιτίας του τότε Μητροπολίτη Φλωρίνης. Η Ζαν Μορό πέθανε την περασμένη Δευτέρα σε ηλικία 89 ετών. Από εκείνη τη συνάντηση θυμάμαι ακόμη την αύρα της και το πρόσωπό της, με διαύγεια που δεν θάμπωσε ο χρόνος. Η εικόνα διατηρήθηκε σχεδόν ανέπαφη για 26 χρόνια, όπως και ο ήχος της φωνής της. Ηταν γήινη και ταυτόχρονα διάφανη, συγκροτημένη, προσεκτική και την ίδια στιγμή εύθραυστη, ίσως γιατί αποστρεφόταν την κοινοτοπία όσο και την ουτοπία, κατοικώντας σε έναν κόσμο παρόντα, ανοικτό και γι’ αυτό ευάλωτο, κατοικημένο από σκέψεις, λέξεις και συναισθήματα.

Στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού» υποδυόταν τη γυναίκα ενός πολιτικού (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι) που εγκαταλείπει το κοινοβούλιο και το σπίτι του, κι εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει ίχνος ύστερα από μια συνεδρίαση στη Βουλή, όπου εκφωνεί μάλλον μια ποιητική ανακοίνωση παρά έναν πολιτικό λόγο. Στη Φλώρινα ξανάβρισκε τον Μαστρογιάνι που είχε αφήσει στα πλατό της «Νύχτας» του Αντονιόνι πριν από 28 χρόνια. «Για μένα 28 χρόνια ή 24 ώρες είναι το ίδιο πράγμα!.. Με τον Μαρτσέλο έχουμε πολλά κοινά, ανήκουμε στον ίδιο κόσμο», είχε σχολιάσει.

Τη ρωτήσαμε αν «υπακούει στις οδηγίες του εκάστοτε σκηνοθέτη». «Πάντα», απάντησε. «Εκεί βρίσκεται και το ενδιαφέρον της δουλειάς. Η υπακοή είναι ένα μέσο ν’ ανακαλύπτεις διαφορετικές πτυχές του ρόλου. Εάν πηγαίνεις στο γύρισμα με προκατασκευασμένη ιδέα χάνεις την ουσία: να τεθείς στη διάθεση ενός άλλου κόσμου, μιας άλλης φαντασίας. Να είσαι το όργανο που επιτρέπει στην έμμονη ιδέα κάποιου άλλου να πάρει σχήμα».

Από τη ζωή της ως ηθοποιού ένιωθε «πλούσια και προνομιούχα». «Αλλά τη ζωή σου τη διαμορφώνεις όπως θέλεις», πρόσθεσε. «Για κάποιον άλλο αυτό που εγώ θεωρώ ευτυχία μπορεί να είναι κόλαση. Το γεγονός ότι είχα τη δυνατότητα να εκμεταλλευτώ και να αναπτύξω το ταλέντο που μου έδωσε η φύση το θεωρώ θαυμάσιο δώρο. Διάλεξα το περιθώριο και μου αρέσει πολύ. Ποτέ δεν παρασύρθηκα από τη ρουτίνα, δεν αστικοποιήθηκα. Είμαι ελεύθερη σαν άνεμος κι αυτό μου δίνει, καμιά φορά, την αίσθηση του ιλίγγου».

Εσωτερική ηρεμία

Η εμπειρία και ο χρόνος τι της έχουν προσφέρει; Ευκολία στους υποκριτικούς κώδικες. «Ταυτόχρονα γίνεσαι και πιο απαιτητικός. Δεν σε απασχολούν βέβαια τα ίδια πράγματα. Εχω αποβάλει την αυταρέσκεια, την ανασφάλεια, τον φόβο για την κρίση των άλλων. Με τα χρόνια κατέκτησα εσωτερική ηρεμία που μου επιτρέπει να αναδιπλώνομαι και να αυτοσυγκεντρώνομαι ανεξάρτητα από τις συνθήκες που επικρατούν στο γύρισμα. Η προσπάθεια που καταβάλλω μοιάζει λίγο με την προσπάθεια του αθλητή. Την πιο επώδυνη γι’ αυτόν στιγμή, όταν οι μύες του σώματός του βρίσκονται στη μεγαλύτερη ένταση, πρέπει να καταβάλει και τη μεγαλύτερη προσπάθεια. Αλλά τελικά η ευχαρίστηση είναι πολύ μεγάλη, κι αυτό μετράει».

«Διανύουμε την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα. Πού πιστεύετε πως οδηγούμαστε;» ρωτάμε. «Πλησιάζουμε στο τέλος. Οδεύουμε στον αφανισμό», προαισθάνεται. «Δεν φαίνεστε καθόλου αισιόδοξη», αντιτείνουμε. «Εχω πλήρη συναίσθηση της πραγματικότητας. Είναι ίσως μια απαραίτητη εξέλιξη, για να φθάσουμε στην αναγέννηση. Σε όλα υπάρχει άνοδος και πτώση».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ