ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ενα εικοσιτετράωρο με την ποιήτρια Γεωργία Τριανταφυλλίδου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Η μητέρα μου με τις φίλες της, στη Θεσσαλονίκη των παιδικών μου χρόνων, θεωρούσαν τον συγκεκριμένο, γευστικό συνδυασμό, ελληνικός, κουλούρι, φέτα, ως τη μόνη «ευτυχία» που κόβεται, επιτυχώς, στα τρία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Χρονογραμμή

Πρωί
Ανοίγω τα μάτια στις 7.34, ακριβώς. Χωρίς ξυπνητήρι. Και όχι 7.30, ας πούμε. Eξαιτίας μιας παλιάς, οικογενειακής συμφωνίας που ξεκίνησε σαν παιχνίδι και τηρείται ευλαβικά, όταν οι μικρές αποκλίσεις δεν είναι δεσμευτικές και θέλει το άθροισμα των λεπτών να ισούται με την επιλεγμένη ώρα. Η ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος είναι του χεριού μας. Χρόνια ολόκληρα το ξυπνητήρι χτυπούσε αυτήν την ώρα. Eτσι, αποκοιμήθηκε μέσα μου η ξεγνοιασιά. Hμουν αυτή που ξυπνούσε τα αγόρια για το σχολείο. Τα αγόρια τέλειωσαν το σχολείο και άφησαν πίσω τους τη μηχανική αφύπνιση. Aφησαν τον χρόνο στο πόδι τους.

Δεν πίνω πρωινό καφέ αν δεν έχω παρέα και ο πρωινός είναι πάντα ελληνικός. Δεν τρώω, εκτός αν βρεθεί σουσαμένιο κουλούρι. Τότε, με λίγη φέτα. Η μητέρα μου με τις φίλες της, στη Θεσσαλονίκη των παιδικών μου χρόνων, θεωρούσαν τον συγκεκριμένο, γευστικό συνδυασμό, ελληνικός, κουλούρι, φέτα, ως τη μόνη «ευτυχία» που κόβεται, επιτυχώς, στα τρία. Τώρα που γράφω αυτές τις αράδες καταλαβαίνω πόσο καθοριστική υπήρξε η οικογενειακή συνθήκη, η οικογένεια που έζησα κι αυτή που έφτιαξα, ώστε να τις ανακαλώ σε κάθε πρωινό του κόσμου μου.

Μεσημέρι
Eχω μαγειρέψει, συνήθως από το πρωί. Εχω βγει στην αυλή να ανακατέψω τα χώματα, να ποτίσω τα λουλούδια, να θυμώσω, σαν να το βλέπω πρώτη φορά, με το φετινό, σαρωτικό κλάδεμα των δύο γέρικων ελιών που είχαν πάρει τρελό ύψος. Δεν με ενδιαφέρει η ελαιοσυλλογή αλλά το φούντωμα, φώναξα. Θα γίνει πάλι, μου υποσχέθηκαν. Ποιος ζει, ποιος πεθαίνει, πείσμωσα. Μπορώ να γράψω μέχρι το μεσημέρι όλα όσα μαζεύονται στο κεφάλι μου κατά τη διάρκεια της προηγούμενης νύχτας. Γενικά, τα κάνω όλα καλύτερα στο φως: διάβασμα, γράψιμο, συγγραφικές παραγγελιές, οικιακές εργασίες, σερφάρισμα. Θα μιλήσω οπωσδήποτε στο τηλέφωνο με την κολλητή μου φίλη τη Ζωή, με τη μαμά μου και την αδερφή μου. Μ’ αυτήν τη σειρά. Συνήθως, δεν συμβαίνει κάτι συνταρακτικό από την τελευταία μας επικοινωνία, όμως, δεν είναι σπάνιες οι φορές που έχω μπήξει τα πιο αναπάντεχα γέλια αλλά και τα πιο παραπονεμένα κλάματα. Οι απρόσωπες, οικείες φωνές ανοίγονται σαν αγκαλιές. Για το καλό και για το κακό. Από το βάθος του μπάνιου ακούγεται μια ανδρική φωνή να μου τραγουδάει περιπαικτικά «το τηλέφωνο πάντα σε βρίσκω να έχεις στο χέρι» κι εγώ, παρά τα 24 χρόνια της κοινής μας ζωής, για δευτερόλεπτα νομίζω ότι έρχεται από το ανοιχτό ραδιόφωνο. Αλλωστε, τραγουδάει όπως μιλάει.

Βράδυ
Με τις μεγάλες ζέστες, η βουτιά είναι απογευματινή. Να, μια καθαρή εύνοια της τύχης! Οτι ζω στην Καβάλα κι ενώ απέχω μόλις 7-8 λεπτά ποδαρόδρομο από την κεντρική πλατεία, κολυμπάω κάτω από το σπίτι μου σε πεντακάθαρα νερά. Είναι η δική μου Ταορμίνα. Ετσι έχω βαφτίσει τα αγαπημένα βράχια της χερσονήσου της Παναγίας. Μιμούμενη, ίσως, την «Ταορμίνα» του Ουράνη. Τα φέρι για Θάσο πάνε κι έρχονται, σφυρίζει το πλοίο της γραμμής για τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Ενώ κολυμπάω. Σε λίγο θα πέσει μυριστική η νύχτα στα δρομάκια. Κι όσο πιο αργά, πιο υποσχετικά. Αφού, όσο ζει κανείς, είναι νωρίς.

​​Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου είναι ποιήτρια. Η τελευταία της συλλογή, «Δανεικά αγύριστα», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη (2017).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ