ΜΟΥΣΙΚΗ

Δύο ξεχωριστές βραδιές μπαρόκ μουσικής

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Φαντασία και μουσικότητα διακρίνουν τις ερμηνείες του συνόλου παλαιάς μουσικής Ex Silentio.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Στο πλαίσιο της συνεργασίας του Γ’ Προγράμματος με το Φεστιβάλ Αθηνών, στις 26 Ιουνίου, η εκπομπή «Τα μήλα των Εσπερίδων» μετέδωσε συναυλία μπαρόκ μουσικής, ανοικτή στο κοινό, απευθείας από τον χώρο Β των εγκαταστάσεων του Φεστιβάλ, στην Πειραιώς 260. Επρόκειτο για βραδιά του γνωστού συνόλου Ex Silentio με τίτλο «Νύμφες, ξωτικά, νεράιδες και ποιμένες». Ακούστηκαν ορισμένες από τις ωραιότερες σελίδες που γράφτηκαν σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο σε διάστημα περίπου εκατό ετών, από τις αρχές του 17ου αιώνα έως τις αρχές του 18ου, δηλαδή από τον «Ορφέα» του Μοντεβέρντι έως τις «Ιταλικές καντάτες» του Χέντελ. Το ταξίδι πέρασε από διάφορες ιταλικές πόλεις και συνέχισε σε Γαλλία, Αγγλία, αλλά και Ολλανδία. Μέσα από τη μουσική συνθετών όπως ο Σιγκισμόντο ντ’ Ιντια, ο Αντόνιο Καλντάρα και η Μπάρμπαρα Στρότσι, ο Μισέλ ντε Μοντεκλέρ και ο Ζακ Πεζίμπλ, ο Χένρι Πέρσελ και ο Γιάκομπ βαν Αϊκ φωτίστηκαν εξίσου η ανέμελη όσο και η περισσότερο ποιητική όψη του ιδεατού κόσμου του «Παρνασσού» και της αρκαδικής γης. Το μουσικό ταξίδι περιλάμβανε άκρως δεξιοτεχνικές σελίδες αλλά και λυρικά κομμάτια.

Χρώματα και φαντασία

Τις φωνητικές συνθέσεις απέδωσε στην πλειονότητά τους η μεσόφωνος Θεοδώρα Μπάκα. Η γνωστή τραγουδίστρια, εξοικειωμένη με το ύφος και την αισθητική της μπαρόκ μουσικής, ερμήνευσε με την προσδοκώμενη λάμψη και έντονη χαρά τις δεξιοτεχνικές σελίδες, όπως αυτές του «Ερωτευμένου Ζέφυρου» του Καλντάρα ή των «Νυχτερινών σκέψεων της Φυλλίδας» του Χέντελ. Παράλληλα, υπήρξε συγκινητική σε ποιητικές σκηνές όπως η αλληγορία της «Μουσικής» από τον πρόλογο του «Ορφέα» του Μοντεβέρντι ή ο θρήνος «Ω, αφήστε με να κλάψω» από τη «Βασίλισσα των ξωτικών» του Πέρσελ. Πλάι της στάθηκε ισάξια η υψίφωνος Ειρήνη Μπιλίνη-Μωραΐτη, με φωνή φωτεινή και καλλιεργημένη.

Τη βραδιά στήριξαν υποδειγματικά τρεις από τους μουσικούς του Ex Silentio, ο ιδρυτής του συνόλου, φλαουτίστας Δημήτρης Κούντουρας, η Ηλέκτρα Μηλιάδου στο μπαρόκ τσέλο και ο τσεμπαλίστας Πάνος Ηλιόπουλος. Κόσμους ολόκληρους έπλαθαν τα τρία όργανα, συνεργαζόμενα με τις φωνές και αξιοποιώντας τη γεμάτη φαντασία μουσική γραφή του εκάστοτε συνθέτη. Η πλαστικότητα στη διαμόρφωση των φράσεων, στον χειρισμό των ταχυτήτων και της δυναμικής, όπως επίσης η ποικιλία των διανθισμάτων, συνέβαλαν στη δημιουργία ενός αποτελέσματος γεμάτου χρώματα, που έμοιαζε να ζωντανεύει πίνακες όπως το «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Βατό και οι «Βοσκοί της Αρκαδίας» του Πουσέν.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης είχε επίσης στραφεί στον κόσμο του πρώιμου μπαρόκ. Η παράστασή του «Μεταμορφώσεις ΙΙΙ: Αρτεμη και Ακταίωνας, ή τα σκυλιά» δόθηκε στις 22 Ιουνίου στο θέατρο Blackbox του κολεγίου Deree. Το κοινό καθόταν αντικριστά, σε δύο σειρές κατά μήκος της μακρόστενης αίθουσας. Στη μία άκρη η Εφη Μινακούλη έπαιζε αναγεννησιακό λαούτο. Το θέαμα εκτυλισσόταν στη μέση. Το όλο έμοιαζε με σύγχρονη μεταγραφή παράστασης αποτυπωμένης σε λιθογραφίες του 16ου αιώνα.

Στο κέντρο της αφήγησης ήταν ο μύθος του Ακταίωνα, γιου του Αρισταίου και της Αυτονόης, κόρης του βασιλιά της Θήβας Κάδμου. Σπουδαίος κυνηγός, ο Ακταίωνας κυνηγούσε καθημερινά με τα πενήντα σκυλιά του, ώσπου άθελά του είδε τη θεά Αρτεμη να λούζεται σε μια πηγή μαζί με τις Νύμφες της. Για να τον τιμωρήσει η θεά τον μεταμόρφωσε σε ελάφι, το οποίο στη συνέχεια κατασπάραξαν τα ίδια του τα σκυλιά. Μια ανθρωποθυσία για να εξευμενιστούν οι θεοί, αλλά και η τιμωρία για την ανθρώπινη περιέργεια ή ασέβεια.

Ο μύθος εμφανίζεται σε αρκετούς αρχαίους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Αισχύλος. Περισσότερο γνωστός έγινε χάρη στον Οβίδιο, ο οποίος τον περιέλαβε στις «Μεταμορφώσεις» του. Ο Ακταίωνας ενέπνευσε ζωγράφους, γλύπτες, ποιητές και μουσικούς. Ανάμεσα στα μουσικά έργα ξεχωρίζει η ομώνυμη «μουσική τραγωδία» του Μαρκ-Αντουάν Σαρπαντιέ, η οποία παρουσιάστηκε πιθανώς το 1684.

Τραγούδια του Ντάουλαντ

Για την παράστασή τους ο Γλυνάτσης και η Μινακούλη δεν στράφηκαν σε συγκεκριμένο έργο, αλλά διαμόρφωσαν μια αφήγηση στηριζόμενοι σε ακολουθία από τραγούδια του Τζον Ντάουλαντ, γραμμένα στα τέλη του 16ου αιώνα. Ακούστηκαν ορισμένα από τα πιο γνωστά, όπως το «Come again», το «Flow my tears» και το «In darkness let me dwell», χαρακτηριστικά του μελαγχολικού ύφους του Βρετανού συνθέτη. Με τον Γλυνάτση και τη Μινακούλη συνεργάστηκε η υψίφωνος Μάιρα Μηλολιδάκη, η οποία ανέλαβε τη μουσική προετοιμασία και φωνητική διδασκαλία των μαθητών. Δεν αποφεύχθηκαν ζητήματα ορθοτονίας και άρθρωσης στο τραγούδι όπως και στην πρόζα, τα οποία, πάντως, συναντά κανείς ακόμη και σε επαγγελματίες του χώρου. Η απέριττη παράσταση πέτυχε τον βασικότερο στόχο της: υπήρξε έντονα ατμοσφαιρική, απέδωσε υπαινικτικά αλλά με σαφήνεια την πλοκή αποφεύγοντας τον ρεαλισμό και άνοιξε διαύλους επικοινωνίας του έργου και της μουσικής με τους θεατές. Οι μαθητές, ηθοποιοί και τραγουδιστές, φάνηκαν να εμπνέονται από τη λιτή και μελαγχολική μουσική, τόσο στην κίνηση όσο και στο τραγούδι τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ