ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συμφωνία Βερολίνου - αυτοκινητοβιομηχανιών για το θέμα των ρύπων

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΠΕΡΝΑΡΑΚΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η πρόσφατη συμφωνία μεταξύ Βερολίνου και των τριών μεγάλων γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών (VW, Daimler και BMW) για ανάκληση 5 εκατ. πετρελαιοκίνητων οχημάτων και αναβάθμιση του λογισμικού τους αποσκοπεί στο να περιορίσει την προκαλούμενη ρύπανση κατά 25%-30%, να αμβλύνει τη διογκούμενη δυσαρέσκεια των καταναλωτών και τη δυσφήμηση του κλάδου. Εχει προηγηθεί ορυμαγδός αρνητικών εξελίξεων και ειδήσεων. Αρχής γενομένης από το Ντίζελγκεϊτ και τις συνεχιζόμενες έρευνες γι’ αυτό, μέχρι τις τελευταίες αποκαλύψεις για ενδεχόμενη σύσταση καρτέλ μεταξύ BMW, VW και Daimler, με θέμα τα συστήματα διαχείρισης εκπομπών ρύπων στα πετρελαιοκίνητα και το δάνειο που πήρε η VW, παραπλανώντας την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το κύρος των αυτοκινητοβιομηχανιών έχει τρωθεί.

«Η συμφωνία είναι σημαντικό βήμα, αλλά δεν επαρκεί», τόνισε η Γερμανίδα υπουργός Οικονομικών Μπάρμπαρα Χέντρικς μετά τη συνάντηση της κυβέρνησης με εκπροσώπους του κλάδου. «Περιμένουμε από τις αυτοκινητοβιομηχανίες να δείξουν περισσότερη υπευθυνότητα, μιας και από μόνη της η αναβάθμιση λογισμικού δεν επιλύει τα θέματα ρύπων. Οι εταιρείες, επίσης, θα συνεισφέρουν περισσότερα στο ταμείο για την προώθηση των βιώσιμων αστικών μετακινήσεων». Ορισμένοι αναλυτές, ωστόσο, επισημαίνουν ότι η συμφωνία είναι άστοχη. «Και αυτό γιατί δεν επιδιώκει να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των οδηγών στους πετρελαιοκινητήρες», επισημαίνει ο αναλυτής για τον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας Ανρτ Ελινγκχορστ. «Οι καταναλωτές είναι ενήμεροι και ευαισθητοποιημένοι σε θέματα αυτοκίνησης, ειδικά μετά το Ντίζελγκεϊτ. Και θέλουν συγκεκριμένες προτάσεις για την τεχνολογία των οχημάτων τους».

Η κρίση αξιοπιστίας της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας πλήττει τον ίδιο τον κλάδο και θέτει ερωτήματα σχετικά με το ποια κυρίαρχη τεχνολογία θα διαμορφώσει το μέλλον του. Παράλληλα, δημιουργούνται τριγμοί και στη γερμανική κυβέρνηση, η οποία βρίσκεται δύο μήνες προ των εκλογών. Ο νευραλγικός κλάδος των αυτοκινήτων δίνει δουλειά σε 800.000 ανθρώπους στη χώρα και τροφοδοτεί το ΑΕΠ κατά ένα πέμπτο, ενώ αποκομίζει τα υψηλότερα έσοδα από όλες τις εξαγωγικές δραστηριότητες της Γερμανίας.

Επί σειράν ετών, οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες είχαν πείσει Γερμανούς και Ευρωπαίους καταναλωτές εν γένει πως η λύση στη ρύπανση είναι το πετρέλαιο – και αυτό ισχύει ώς ένα βαθμό. Τα ντιζελοκίνητα εκπέμπουν χαμηλότερο διοξείδιο του άνθρακα, το κατεξοχήν αέριο του θερμοκηπίου, που συμβάλλει στην κλιματική αλλαγή. Εκπέμπουν, όμως, και οξείδιο του αζώτου, το οποίο «ευθύνεται» για το νέφος στις πόλεις και για την πρόκληση αναπνευστικών παθήσεων. «Βασικό μας μέλημα είναι η βελτίωση της τεχνολογίας της πετρελαιοκίνησης, όχι η απαγόρευσή της», τόνισε ο επικεφαλής της Daimler, Ντίτερ Ζέτσε. Αλλωστε, τα πετρελαιοκίνητα αυτοκίνητα είναι για τους Γερμανούς η αναγκαία γέφυρα στο πεδίο των αντιρρυπαντικών τεχνολογιών και των αυστηρότερων προδιαγραφών ρύπων. Ευελπιστούν πως με τη βελτίωσή τους θα κερδίσουν χρόνο έναντι των ανταγωνιστριών τους, όπως οι Τesla και Nissan, που προηγούνται στην τεχνολογία της ηλεκτροκίνησης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ