ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ*

Η Δικαιοσύνη, το αναγκαίο αντίβαρο στο «κοινό» αίσθημα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σ​​τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και τον Καναδά περίπου 300 πόλεις χαρακτηρίζονται ως «προσφυγικοί θύλακες»  (sanctuary cities). Πρόκειται για πόλεις οι οποίες έχουν υιοθετήσει ένα δικό τους πρόγραμμα προστασίας προσφύγων, το οποίο συνίσταται σε μια ιδιότυπη ασυλία απέναντι σε απελάσεις και σε δημιουργία συγκροτημένων και αξιοπρεπών προσφυγικών δομών. Η πολιτική αυτή κατατείνει στην ενσωμάτωση των μεταναστών στις τοπικές κοινωνίες, το δε αποτέλεσμα είναι ότι για να διαφυλαχθεί αυτό το προνομιακό καθεστώς, οι ίδιοι οι πρόσφυγες έχουν κίνητρο να καταγγέλλουν παρανομίες εκ μέρους ομοφύλων ή ομοεθνών τους. Πρόκειται για παρέκκλιση από την κεντρική μεταναστευτική πολιτική των δύο κρατών, την οποία επιτρέπει ο ομοσπονδιακός τους χαρακτήρας, ώστε τελικά οι κεντρικές κρατικές υπηρεσίες να μην γνωρίζουν καν τα πλήρη στοιχεία των μεταναστών που ζουν στις πόλεις αυτές.

Η νέα διοίκηση Τραμπ, εφαρμόζοντας τις προεκλογικές της δεσμεύσεις για τις πρώτες 100 ημέρες της νέας διακυβέρνησης, έθεσε σε ισχύ απόφαση με την οποία αποκλείονταν από την κρατική χρηματοδότηση οι πόλεις αυτές. Επειτα από δικαστική προσφυγή, ο ομοσπονδιακός εφέτης στην Καλιφόρνια Ουίλιαμ Χ. Ορικ εξέδωσε στις 25 Απριλίου 2017 απόφαση με την οποία ακύρωνε τη σχετική απόφαση. Ο πρόεδρος Trump χαρακτήρισε «γελοία»  (ridiculous) τη δικαστική απόφαση, όπως και εκείνη που ακύρωνε το διάταγμα για τους πρόσφυγες από μουσουλμανικές χώρες, και ο Λευκός Οίκος έσπευσε να συμπληρώσει ότι επρόκειτο για δώρο στις εγκληματικές συμμορίες που θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές χιλιάδων πολιτών και για μια κλασική περίπτωση εξόφθαλμης υπέρβασης αρμοδιότητας από έναν μη εκλεγμένο περιφερειακό δικαστή. Επειδή όλα αυτά δεν ακούγονται, δυστυχώς, τόσο μακρινά, ας αναδειχθεί ακροθιγώς η θεσμική διαλεκτική δικαστικής και πολιτικής εξουσίας.

Ζήτημα πρώτον: Το επιχείρημα του μη νομιμοποιημένου από τον λαό δικαστή. Πρόκειται για επιχείρημα που, αν δεν ενέχει πολιτική υστεροβουλία, καταδεικνύει επικίνδυνη άγνοια. Στην ευρωπαϊκή νομική παράδοση ο δικαστής δεν είναι αιρετός, ακριβώς ώστε να αποφεύγονται οι πολιτικές δεσμεύσεις και εξαρτήσεις. Για τον ίδιο λόγο το δικό μας Σύνταγμα απαγορεύει στους δικαστές την απεργία και την εκδήλωση υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, εντός ή εκτός των καθηκόντων τους.

Ο δικαστής δεν είναι συνομιλητής της πολιτικής εξουσίας αλλά θεσμικό της εμπόδιο σε περιπτώσεις αυθαιρεσίας. Η νομιμοποίηση κάθε δικαστή είναι τυπική και πηγάζει από το Σύνταγμα, το οποίο τον εξοπλίζει με λειτουργική και οργανική ανεξαρτησία και του απονέμει την αρμοδιότητα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων και νομιμότητας των διοικητικών πράξεων. Το γεγονός, συνεπώς, ότι ο δικαστής δεν εκλέγεται άμεσα από τον λαό δεν καθιστά τη δικαστική λειτουργία υποκείμενη στην πολιτική· αντιθέτως, η στεγανότητα αυτή διαμορφώνει ένα λειτουργικό ισοζύγιο στο πολίτευμα. Οι μεγαλύτερες τομές στη βελτιστοποίηση των θεσμών, ιδίως του επιπέδου προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, συντελέστηκαν όταν η δικαστική λειτουργία στάθηκε απέναντι σε πολιτικές επιλογές, έστω και αν αυτές είχαν εγκριθεί από το εκλογικό σώμα.

Ζήτημα δεύτερον: Η πολιτική κριτική δικαστικών αποφάσεων. Το επιχείρημα ότι όλοι οι θεσμοί κρίνονται είναι ελκυστικό, πλην ευάλωτο και εξ ορισμού ελλιπές. Τα κρατικά όργανα κρίνονται μόνον κατά το μέτρο της αρμοδιότητάς τους: η πολιτική εξουσία για τις δημόσιες πολιτικές που υιοθετεί και τη συνέπειά της απέναντι στις δεσμεύεις που ανέλαβε έναντι του εκλογικού σώματος και η δικαστική λειτουργία έναντι της νομικής μεθοδολογίας που αξιοποίησε στην παραγωγή του δικανικού συλλογισμού. Οι δικαστικές αποφάσεις κρίνονται όχι από το αποτέλεσμα που παράγουν, όπως κατά κανόνα συμβαίνει με τις πολιτικές αποφάσεις, αλλά από την πληρότητα της νομικής τους αιτιολογίας, η οποία αποτελεί συνταγματική υποχρέωση της δικαστικής λειτουργίας. Συνεπώς, οι φορείς της πολιτικής εξουσίας, στο πλαίσιο των διακριτών ρόλων του πολιτεύματος, δεν επιτρέπεται να μέμφονται και να επιτίθενται στη Δικαιοσύνη επειδή οι αποφάσεις της δεν συνάδουν με την ακολουθούμενη πολιτική: συμβαίνει, δυστυχώς όχι σπάνια, πολιτικές να είναι αντισυνταγματικές. Και, ευτυχώς για όλους μας, κάθε φυσικός δικαστής οφείλει τότε να μην τις εφαρμόσει.

Ζήτημα τρίτον: Η αξία του λαϊκού περί δικαίου αισθήματος. Η ρητορική περί του λαϊκού αισθήματος το οποίο πρέπει να αφουγκράζεται ο δικαστής, που έχει αξιοποιηθεί για να νομιμοποιηθεί οξεία κυβερνητική κριτική στους δικαστές, ενέχει σοβαρό λογικό και θεσμικό σφάλμα. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο δικαστής εφαρμόζει το Σύνταγμα, τους νόμους που συνάδουν με αυτό και το διεθνές δίκαιο, χωρίς να επιτρέπεται να παρεισφρέουν στην κρίση του εξωνομικά στοιχεία πολιτικής, κοινωνιολογικής ή οικονομικής θεώρησης. Αλλως, η δικαστική κρίση θα εξαρτάτο από την εκδοχή της πλειοψηφίας περί δικαίου, που όμως καταργεί κάθε έννοια κράτους δικαίου, στον βαθμό που η προστασία των δικαιωμάτων λειτουργεί ακριβώς και ενάντια στην ενδεχόμενη τυραννία της πλειοψηφίας.

O Αντριου Τζάκσον, έβδομος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και ιδρυτής του Δημοκρατικού Κόμματος, διατύπωσε μια σκέψη την οποία οι πολιτικοί ηγέτες οφείλουν να υιοθετούν με σεβασμό, ιδίως όταν ενοχλούνται από δικαστικές κρίσεις: «Κανένα συνταγματικό δικαίωμα που αναγνωρίζεται στους πολίτες δεν έχει αξία και παραμένει φληνάφημα, εάν δεν το εγγυάται ένα ανεξάρτητο και ενάρετο δικαστικό σώμα». Ο ανεξάρτητος δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων συνιστά συνθήκη ισορροπίας του πολιτεύματός μας και έχει λειτουργήσει με συνέπεια ως αποτελεσματική εγγύηση τήρησης του Συντάγματος. Ας μη δηλητηριάζουμε τις λίγες σταθερές του πολιτεύματος, οι οποίες με κόπο επιβίωσαν στο σύγχρονο ελληνικό κράτος.

* Ο κ. Γιώργος Γεραπετρίτης είναι αναπληρωτής καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ