ΜΟΥΣΙΚΗ

Τραγουδώντας το Ρέκβιεμ του Μπραμς πάνω στο κύμα, η μαγεία στο Χόρτο Πηλίου

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η τελευταία συναυλία του Γ. Χατζηνίκου στο υπαίθριο θέατρο του Ιδρύματος στο Χόρτο. Δίπλα του ο Δημ. Κολύμβας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΘΗΝΑΪΚΑ PLUS

Είναι συγκινητικός ο τρόπος με τον οποίο μερικά πράγματα επιζούν ακόμη στην Ελλάδα. Για όσους παρακολουθούν την πολιτιστική ζωή τις τελευταίες δεκαετίες, γνωρίζουν το σήμα που εκπέμπει κάθε καλοκαίρι το Φεστιβάλ στο Χόρτο Πηλίου, δημιουργία του Ιδρύματος Αγγελίνης-Χατζηνίκου. Σήμερα, έχουν μία από τις καλές συναυλίες του φετινού προγράμματος (www.horto.net). Θα παρουσιάσουν, δίπλα στο κύμα, το «Ein deutsches Requiem» του Μπραμς με εκλεκτούς σολίστ και χορωδία. «Εχουμε μαζευτεί γύρω στους 70 τραγουδιστές από Αυστρία, Γερμανία, Δανία, Βέλγιο, Ιταλία, Ελλάδα και Ισραήλ και μελετάμε αυτό το υπέροχο κομμάτι με τον Timothy Brown, έναν από τους πιο διακεκριμένους μαέστρους χορωδίας με έδρα το Κέιμπριτζ», μου λέει ο Δημήτρης Κολύμβας, που ζει πλέον μόνιμα στην Αυστρία, όπου είναι καθηγητής γεωτεχνικής. Μητέρα του είναι η Πία Χατζηνίκου-Αγγελίνη, προσωπικότητα της καλλιτεχνικής ζωής από τη δεκαετία του 1950 και ιδρύτρια του Φεστιβάλ στο Χόρτο. Θείος του ήταν ο Γιώργος Χατζηνίκος, ο σπουδαίος δάσκαλος, πιανίστας και φιλόσοφος της μουσικής. Ο ίδιος τραγουδάει στη χορωδία του πανεπιστημίου του Ινσμπρουκ.

Ο Δημήτρης Κολύμβας αγωνίζεται κάθε χρόνο, μαζί με τον πιανίστα και ψυχή του Φεστιβάλ Νίκο Αδρασκέλα, να κρατήσει την υψηλή ποιότητα για την οποία το Χόρτο είναι ονομαστό. Οι δυσκολίες είναι πολλές και όχι μόνο οικονομικές αλλά και γραφειοκρατικές, γιατί το να έχει ένα ιδιωτικό, κοινωφελές ίδρυμα ένα ποιοτικό φεστιβάλ και να προσφέρει στην κοινωνία, φαίνεται ότι πρέπει να ταλαιπωρείται και να δέχεται πόλεμο (π.χ. για να δοθεί άδεια παραστάσεων πρέπει να υπάρχει έγκριση από το δημοτικό συμβούλιο Νοτίου Πηλίου, αλλά για λόγους αδιευκρίνιστους το δημοτικό συμβούλιο δεν έχει απαρτία για τις συνεδριάσεις του. Αλλά ούτε και άδεια θεάτρου δίνεται λόγω του «ανεφάρμοστου» νόμου περί υδατορεμάτων). Αλλά έστω, είναι τέτοια η αγάπη των ανθρώπων του Φεστιβάλ γι’ αυτό που υπηρετούν και είναι τέτοια η διαδρομή των 30 και πλέον ετών, που το κουράγιο είναι δεδομένο. Μου λέει ο Δημήτρης Κολύμβας για τον Τίμοθι Μπράουν ότι «μόλις διηύθυνε όπερες στο φεστιβάλ του Εξ και μετά φεύγει αμέσως για το Ισραήλ. Είναι ενθουσιασμένος και με τη χορωδία μας και με το Χόρτο. Αλλά και οι τραγουδιστές έχουμε μείνει κατάπληκτοι από τον λεπτότατο και αποτελεσματικότατο τρόπο διδαχής του, καθώς και από τον ωραίο τρόπο που μας διορθώνει, ενθαρρύνει, αναπτύσσει και καθοδηγεί, γεμάτος χιούμορ, καλοσύνη, τεχνική, μουσική και φιλοσοφική διείσδυση. Ελπίζουμε απόψε στη συναυλία μας στο υπαίθριο θέατρο του Ιδρύματος να έχουμε κοινό και να του μεταδώσουμε όσα υπέροχα πράγματα διδαχθήκαμε».

Στη χορωδία τραγουδούν μέλη διαφόρων χορωδιών, κυρίως από την Αυστρία, όπως και μέλη μιας χορωδίας από την Κόρινθο. «Θα ρωτήσετε ίσως, πού τους βρήκαμε», λέει ο Δημήτρης Κολύμβας. «Δημοσιεύσαμε αγγελίες σε πολλά χορωδιακά περιοδικά, στείλαμε αφίσες σε ωδεία στην Ευρώπη, αλλά τίποτα από αυτά δεν ωφέλησε τόσο όσο η προπαγάνδα από στόμα σε στόμα ξεκινώντας από διάφορες χορωδίες που γνωρίζω προσωπικά στο Ινσμπρουκ. Και φυσικά δελεάστηκαν και από το όνομα και τη φήμη του μαέστρου μας, η ποιότητα του οποίου ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Μαθαίνουμε και κάτι ωραιότατα τραγούδια του Κωνσταντινίδη από τη Μικρασία και θα τα τραγουδήσουμε απόψε στην παραλία του χωριού για να δελεάσουμε και άλλους ακροατές. Η συναυλία μας θα γίνει με συνοδεία πιάνου, όχι ορχήστρας. Το ίδρυμα έχει ένα μεγάλο πιάνο με ουρά, και θα το κουβαλήσουμε στο ανοιχτό μας θέατρο. Ελπίζω να μην πάθει ζημιά. Το ρέκβιεμ του Μπραμς έχει γραφεί για συνοδεία με ορχήστρα, αλλά αυτή θα ήταν πολύ ακριβή για το πενιχρό μας βαλάντιο». Εκλεκτοί σολίστ, η σοπράνο Σοφία Κυανίδου, ο βαρύτονος Αγγελος Χονδρογιάννης και οι πιανίστες Εμη Τσιούρα και Δημήτρης Δημόπουλος (πιάνο για τέσσερα χρόνια) θα συμβάλουν σε μια μαγική εμπειρία απόψε. «Το χωριό Χόρτο έχει ενθουσιάσει όλους», λέει ο Δημήτρης Κολύμβας, «γιατί δεν υποφέρει από τα συνήθη συμπτώματα του ελληνικού τουρισμού. Διατηρεί μια αγνότητα, όχι τόσο χάρη σε προσπάθειες των εντοπίων όσο κυρίως στη θέση του, που δεν επιτρέπει διέλευση αυτοκινήτων και θορυβώδη κέντρα. Διατηρεί μια μαγεία που σαγηνεύει και προσφέρεται για πολιτιστικές εκδηλώσεις. Τα βράδια κάθονται όλοι στα εστιατόρια και στην παραλία και απολαμβάνουν την ωραία δύση και καλό φαγητό».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ