ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Νύχτα βρυκολάκων στο μουσείο

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Ο Κωνσταντίνος Ντέλλας αναμοχλεύει τη λαϊκή παράδοση του ανορθόδοξου και παράδοξου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο «Ελλην Βρυκόλαξ» δυνάμωσε. Τέσσερα χρόνια μετά την εμφάνισή του στο Μουσείο Μπενάκη, επιστρέφει δριμύτερος στα μουσεία του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς. Ξεκίνησε τον Ιούνιο από τα Γιάννενα, στο κάστρο του Ιτς Καλέ και στο Μουσείο Αργυροτεχνίας, συνέχισε τον Ιούλιο στο Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης στη Δημητσάνα, κάνει μια στάση στις 6 Αυγούστου στην Τήνο, στο Μουσείο Μαρμαροτεχνίας και τον Σεπτέμβριο έρχεται στο Ιστορικό Αρχείο ΠΙΟΠ.

Ο «Ελλην Βρυκόλαξ [reloaded]» πια, όπως τον δημιούργησε ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Ντέλλας, μας μεταφέρει στη σκοτεινή, μεταφυσική πλευρά της ελληνικής παράδοσης. Παθιασμένος με την ελληνική λαογραφία, τους παραδοσιακούς χορούς και την παράδοση γενικότερα, ο Κ. Ντέλλας μας συστήνει τη δεύτερη εκδοχή του βρυκόλακα, βορδόλακα, ζορκόλακα, ανακαθούμενου, καταχανά ή όπως αλλιώς τον βάφτισαν σε κάθε τόπο. Και κάτω από το φεγγάρι, στις αυλές των μουσείων, μας μεταφέρει τις εντυπώσεις ξένων περιηγητών στην προεπαναστατική Ελλάδα, λογοτεχνικά κείμενα, προφορικές παραδόσεις, λαογραφικές μελέτες του Νικόλαου Πολίτη, του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, τις περιγραφές του καθολικού ιερέα François Richard (1677-1852), αλλά και άρθρα εφημερίδων της εποχής, σε μια παράσταση στην οποία παίζει με τους: Αντρέα Κυριάκου, Λεμονιά Νταλλαρή, Φανή Παναγιωτίδου, Δέσποινα-Ντορίνα Ρεμεδάκη.

Νύχτες της υπαίθρου

Η δεύτερη εκδοχή του Ελληνα βρυκόλακα (ελεύθερη είσοδος για το κοινό) μας αποκαλύπτει με ποιο τρόπο στοίχειωναν οι νύχτες της ελληνικής υπαίθρου. Με πεθαμένους που ξαναγύριζαν, αμετανόητα βαμπίρ, αχαλίνωτους βουκόλακες που στην Αμοργό παρουσιάζονταν και τα μεσημέρια, πτώματα που δεν έλιωναν σαν της Καλλίστης. Ωσπου άρχισαν οι εξορκισμοί κι έφευγε το δαιμόνιο. Υπήρχαν βέβαια και οι ευαίσθητοι της ιστορίας, όπως ο Αλέξανδρος, ένας παπουτσής που αναστάτωσε τη Σαντορίνη διότι, αν και πεθαμένος, δούλευε για την οικογένειά του και μερεμέτιζε τα παπούτσια των παιδιών του.

Μέσα από ιστορίες αντλημένες από ημερολόγια του 1642 έως εφημερίδες του 1930, η παράσταση καταγράφει σεβόμενη την άγνοια των ανθρώπων και την προσπάθειά τους να δώσουν ερμηνείες σε κάθε τι ανεξήγητο, δείχνοντας ταυτόχρονα ότι η Εκκλησία δεν διέλυε την πλάνη, αλλά ζητούσε περισσότερες προσευχές και εξορκισμούς.

Η εμπειρία στα άλλα μουσεία του ΠΙΟΠ ήταν εξαιρετική, λέει ο σκηνοθέτης. «Πέντε άτομα, άλλη σύνθεση κειμένων σε σχέση με το πρώτο ανέβασμα του 2013 στο Μουσείο Μπενάκη και ελάχιστα σκηνικά. Σαν μεταφυσικός θίασος. Κουβαλάνε την περιπλάνηση και μαζί κουτιά, στη συγκεκριμένη περίπτωση οστεοθήκες μέσα στις οποίες έχουν όλα τα υλικά τους για να σχηματίσουν αυτό που θέλουν να πουν».

Οι μάσκες φαγιούμ ξαναφτιάχτηκαν πάνω σε ξύλο και επιζωγραφίστηκαν με χρώματα που γυρνούν πιο κοντά στις πρώτες ύλες. «Φλερτάρουμε με τον παλιό τρόπο. Επηρεάζουν η κλίμακα και οι πρώτες ύλες κάθε τόπου». Για παράδειγμα φέρνει την ιστορία της Αντωνέλλας από τους Παξούς που πνίγεται. Είχαν ηχογραφήσει τον ήχο του νερού. Στη Δημητσάνα όμως αξιοποίησαν τον φυσικό ήχο της νεροτριβής. Στα Γιάννενα το κάστρο και τις καμάρες, μια φυσική σκηνογραφία που κούμπωσε με την ιστορία του Θανάση Βάγια και της Χάμκως.

Πολλοί ρωτούν τον Κων. Ντέλλα πώς καταπιάστηκε με τις ιστορίες του διαβόλου. Ομως, χρόνια μελετά το θέμα του θανάτου στο θέατρο, του θρήνου, τις αναφορές στη λαϊκή παράδοση. «Τα μοιρολόγια έχουν κάτι που θεωρώ ότι ξεκινούν από το κέντρο μας κι όχι από το μυαλό μας. Αυτό είναι πεδίο μελέτης. Ο Βρυκόλακας ξεκίνησε τυχαία με την ιστορία του François Richard. Εχει μέσα της το κομμάτι της αγωνίας του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο».

Η παράσταση δεν παίρνει θέση. «Αντιμετωπίζουμε αυτά τα θέματα με σεβασμό. Επισημαίνουμε όμως το θέμα της χειραγώγησης. Το πώς οι άνθρωποι γίνονταν όχλος απέναντι σε ό,τι δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν. Τους κοινωνικά αποκλεισμένους, είτε επρόκειτο για δύσμορφους είτε για ιδιόρρυθμους, τους θεωρούσαν υπεύθυνους για τα δεινά ακόμη και μετά τον θάνατό τους. Η κοινότητα είχε ανάγκη να φτιάξει έναν κοινό εχθρό».

Εχει ενδιαφέρον πώς αντιμετώπιζαν τους δαίμονες σε κάθε τόπο. «Στο Αιγαίο σκληρά και μονοκόμματα, στο Ιόνιο με την ελαφράδα της Ιταλίας. Βέβαια η δράση είναι μία. Βλέπουμε σε διάφορους τόπους το κάψιμο καρδιάς, εκταφές νεκρών, αλλού κάρφωμα πτώματος, ενώ σύμφωνα με αναφορές του Ν. Πολίτη υπάρχει και η περίπτωση της Σάμου όπου έφαγαν την καρδιά, κι αλλού την έκαψαν, την έκαναν σκόνη και την ήπιαν, όπως καταγράφεται σε εφημερίδα του 1930. Πολλά γίνονταν ερήμην της Εκκλησίας και άλλα με την προτροπή της, όπως οι εκατοντάδες αφορισμοί».

Φοιτώντας στο θεατρικό εργαστήρι της Τότας Σακελλαρίου, στην Ανωτέρα Εκκλησιαστική Σχολή Αθηνών, στη δραματική σχολή «Ιασμος» του Β. Διαμαντόπουλου, έχοντας σπουδάσει πιάνο, ούτι, παραδοσιακό τραγούδι, βυζαντινή μουσική και με εμπειρία πρωτοχορευτή στο Λύκειο Ελληνίδων, ο Κωνσταντίνος Ντέλλας σέβεται την παράδοση. «Είναι οι διαδρομές μου. Εχει μεγάλη σχέση η νοοτροπία μιας εκκλησιαστικής σχολής με μια δραματική σχολή. Αλλωστε και η Εκκλησία και το τελετουργικό της βασίζονται σε μια παράσταση. Ακόμη και η κυριακάτικη λειτουργία χρειάζεται μια προετοιμασία, μια ανάλογη πορεία που σχετίζεται με το δικό μας συλλογικό ασυνείδητο». Αν τον ρωτήσεις τι του έμεινε από την Εκκλησιαστική Σχολή, απαντά πως «είναι όλη αυτή η τέχνη που βγήκε από την αγωνία του ανθρώπου να ονομαστεί κάτι, Θεός. Και πώς εξελίχθηκε σε είδη. Πώς ο κώδικας της αγιογραφίας αναπτύχθηκε πάνω σε κώδικες αιγυπτιακούς ή ρωμαϊκούς, το ίδιο και η μουσική και η τελετουργία».

Πώς στέκεται ένας νέος –κι έξω από τις «αυλές»– δημιουργός; «Παλεύουμε όλοι με τη ματαίωση των πραγμάτων, να μη χάσουμε την ελπίδα μας. Προσπαθούμε να ξεχάσουμε ότι είμαστε αναλώσιμοι. Υπήρχε πάντα στο θέατρο αυτό, απλώς τώρα έγινε η ίδια μας η ζωή».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ