ΚΟΣΜΟΣ

Οι κυρώσεις των ΗΠΑ στη Ρωσία και η Ευρώπη

TΑΣΟΣ ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ

Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντιμίρ Πούτιν αρχές Ιουλίου στη σύνοδο του G20 στο Αμβούργο. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει καταστήσει σαφές ότι, αν και υπέγραψε τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, δεν συμφωνεί με αυτές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι κυρώσεις που αποφάσισαν τα αμερικανικά νομοθετικά σώματα κατά της Ρωσίας και υπέγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος θα θίξουν μια σειρά ευρωπαϊκές –και ελληνικές– εταιρείες στον ενεργειακό τομέα. Η ύστατη ελπίδα για πολλές από αυτές είναι η διατύπωση των λεγόμενων executive orders που θα υπογράψει ο πρόεδρος Τραμπ.

Η γερμανική κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν ασκήσει πιέσεις στην αμερικανική κυβέρνηση ώστε να βελτιωθεί η τελική έκδοση του κειμένου των κυρώσεων. Ετσι το Κογκρέσο δέχθηκε την τελευταία στιγμή μια παράγραφο, ύστερα από εντατικό λόμπινγκ των Ευρωπαίων, με βάση την οποία ο πρόεδρος μπορεί να επιβάλει κυρώσεις έπειτα από διαβούλευση με τους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το Βερολίνο έχει ενοχληθεί από την πρόβλεψη της σχετικής απόφασης ότι οι κυρώσεις δεν θα στραφούν μόνο εναντίον των ρωσικών επιχειρήσεων, αλλά και των ευρωπαϊκών που συνεργάζονται σε ρωσικά ενεργειακά projects, όπως η εταιρεία του αγωγού Nordstream II, στην οποία προΐσταται ο Γερμανός τέως καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ.

Η παράγραφος 232 των κυρώσεων στρέφεται εναντίον επιχειρήσεων που όχι μόνο παίρνουν μέρος σε κατασκευή αγωγού με αξία έργου 1 εκατ. δολάρια (ή 5 εκατ. δολάρια σε 12 μήνες), αλλά ακόμα και στη συντήρηση ή ανακαίνιση παλαιότερων αγωγών εφόσον στο έργο συμμετέχουν και ρωσικές εταιρείες. Το έργο, επιβεβαίωσαν ευρωπαϊκές πηγές στην «Κ», αφορά και τον ρωσικό αγωγό για τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, Blue Stream, που θα διασχίζει τη Μαύρη Θάλασσα για να φτάσει στην τουρκική αγορά ενέργειας. Οι διατάξεις που ψηφίσθηκαν αφορούν ακόμα τερματικούς σταθμούς υγροποιημένου αερίου (LNG) αλλά και αγωγούς που καταλήγουν σε αυτούς τους τερματικούς σταθμούς. Αντίθετα, σε έρευνες για πετρέλαιο ή αέριο στον Αρκτικό Κύκλο, στην Κασπία ή τη Μεσόγειο, οι ρωσικές εταιρείες μπορούν, ανεμπόδιστες από νέες κυρώσεις, όπως ζήτησαν οι αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, να κατέχουν ώς και το 1/3 των μετοχών (παράγραφος 223 της απόφασης).

Η πρωτοβουλία για την επιβολή των κυρώσεων, που εγκρίθηκαν με συντριπτική διακομματική πλειοψηφία από τα αμερικανικά νομοθετικά σώματα, έλκει την καταγωγή της από τον περασμένο, προεκλογικό, χρόνο (2016) και στόχο έχει να «τιμωρήσει» τη Ρωσία για την ανάμειξή της στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές. Οι Ευρωπαίοι θεωρούν ότι αυτού του είδους οι κυρώσεις θα διευκολύνουν την εξάρτηση των ευρωπαϊκών οικονομιών από το φθηνότερο σχιστολιθικό αέριο και πετρέλαιο που έχει αρχίσει να εξάγεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Ζίγκμαρ Γκάμπριελ και η υπουργός Οικονομίας Μπριγκίτε Τσίπρις, που ανήκουν και οι δύο στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, έχουν δημόσια αποδοκιμάσει τις αμερικανικές κυρώσεις θεωρώντας ότι με αυτές η Ουάσιγκτον θέλει να αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των ρωσικών εταιρειών στον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης. «Είναι αισιόδοξος όποιος πιστεύει ότι οι κυρώσεις αυτές δεν θα κάνουν την ενέργεια για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ακριβότερη», λέει η Κίρστεν Βεστφάλ, ειδική σε ζητήματα ενεργειακής οικονομίας στο Ιδρυμα «Επιστήμη και Πολιτική».

Η Ελλάδα

Καθώς και στην ελληνική αγορά ενέργειας, ειδικά εκείνη του αερίου, δρομολογούνται ανακατατάξεις με τη νέα αρχιτεκτονική των αγωγών, αλλά και την περαιτέρω απελευθέρωση της χονδρικής, εκπρόσωποι εταιρειών, που εμπορεύονται αέριο ή αποτελούν μεγάλους καταναλωτές ή και προμηθευτές εξοπλισμού συντήρησης ή και κατασκευής, ανησυχούν για τις συνέπειες της εφαρμογής των κυρώσεων από όργανα του αμερικανικού κράτους, αν τα πράγματα φθάσουν μέχρι το σημείο να συνταχθούν, υπογραφούν και εφαρμοσθούν οι executive orders.

Ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές δεν θεωρούν ότι τα πράγματα θα φθάσουν τόσο μακριά, ειδικά όταν ο νέος Αμερικάνος πρόεδρος έχει καταστήσει σαφές ότι υπέγραψε τις σχετικές αποφάσεις-πλαίσιο των κυρώσεων για λόγους εθνικής ενότητας χωρίς να συμφωνεί με αυτές.

Για «οικονομικό πόλεμο» μιλάει η Μόσχα

Η Ρωσία καταγγέλλει τον «οικονομικό πόλεμο» που εξαπέλυσε εναντίον της η Ουάσιγκτον, όπου ο Ντόναλντ Τραμπ επικύρωσε τις τελευταίες ημέρες τον νόμο που επιβάλλει νέες κυρώσεις κατά της Μόσχας, «σημάδι απόλυτης αδυναμίας» του Αμερικανού προέδρου, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό της Ρωσίας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ.

Οι κυρώσεις αυτές, που θεσπίσθηκαν με πρωτοβουλία του αμερικανικού Κογκρέσου, συνιστούν «κήρυξη ολοκληρωτικού οικονομικού πολέμου κατά της Ρωσίας» και βάζουν «τέλος στις ρωσικές ελπίδες για βελτίωση των σχέσεων με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση», έγραψε την Τετάρτη το βράδυ ο Ρώσος πρωθυπουργός στη σελίδα του στο Facebook.

Ο Ντόναλντ Τραμπ επικύρωσε τις οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας που προώθησε το Κογκρέσο, παίρνοντας ταυτόχρονα αποστάσεις από το «πολύ ατελές» κείμενο που αντιβαίνει στις προθέσεις του για τη βελτίωση των σχέσεων με τη Μόσχα. Τα μέλη του Κογκρέσου ψήφισαν με συντριπτική πλειοψηφία την περασμένη εβδομάδα την εφαρμογή νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας και ο Τραμπ αποφάσισε να μην προβάλει το βέτο του, το οποίο θα μπορούσε εύκολα να παρακαμφθεί από το Κογκρέσο.

Οι νέες κυρώσεις, που πλήττουν κυρίως τον ρωσικό ενεργειακό τομέα, έχουν στόχο να τιμωρήσουν τη Μόσχα μετά τις κατηγορίες για ανάμειξη στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές και για την προσάρτηση της Κριμαίας και τον ρόλο της στην Ουκρανία. Το κείμενο προβλέπει επίσης κυρώσεις κατά του Ιράν και της Βόρειας Κορέας.

Η Ρωσία, η οποία δεν περίμενε την υπογραφή του Τραμπ για να απαντήσει, κατήγγειλε ένα «επικίνδυνο μέτρο, που απειλεί να τορπιλίσει τη σταθερότητα» στον κόσμο και δεν απέκλεισε μέτρα αντιποίνων. Το Ιράν, το οποίο έγινε επίσης στόχος νέων κυρώσεων, ανακοίνωσε ότι αυτό συνιστά παραβίαση της διεθνούς πυρηνικής συμφωνίας και προειδοποίησε πως θα αντιδράσει κατά τον κατάλληλο τρόπο. Το Κρεμλίνο, από την πλευρά του, διαβεβαίωσε ότι αυτή η υπογραφή «δεν αλλάζει τίποτε» για τη Μόσχα, υπενθυμίζοντας ότι η Ρωσία είχε ήδη λάβει μέτρα αντιποίνων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ