Οι άνεμοι δεν ήταν ευνοϊκοί, αλλά τα δύο αδέλφια αποφάσισαν να μην κάνουν πίσω. Ο Όρβιλ, ο νεότερος από τους αδελφούς Ράιτ, έλαβε θέση μπρούμυτα στο αυτοσχέδιο αεροσκάφος, οι κινητήρες ζεστάθηκαν, το Φλάιερ απελευθερώθηκε, κύλησε προς τα εμπρός κι έπειτα υψώθηκε στον αέρα φτάνοντας στα 36 μέτρα, έπειτα έχασε ύψος κάπως απότομα, το ένα του φτερό χτύπησε το έδαφος και τελικά προσγειώθηκε άτσαλα στην άμμο. «Ήταν μια πτήση μόνο 12 δευτερολέπτων», σχολίασε αργότερα ο Όρβιλ. «Μια αβέβαιη, ακανόνιστη, καταιγιστική πτήση στην καλύτερη περίπτωση, αλλά ήταν επιτέλους μια αληθινή πτήση». Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, ο έτερος αδελφός Ράιτ, ο Γουίλμπερ, πέταξε το Φλάιερ στα 260 μέτρα, καλύπτοντας απόσταση 800 μέτρων σε 59 δευτερόλεπτα. Ήταν η 17η Δεκεμβρίου του 1903 και στους αμμόλοφους Κίτι Χοκ της Βόρειας Καρολίνας είχαν πραγματοποιηθεί οι πρώτες μηχανικά προωθούμενες επανδρωμένες πτήσεις στην ιστορία με ένα όχημα βαρύτερο του αέρα.

 Η βιογραφία «Αδελφοί Ράιτ, η άγνωστη ιστορία των ανθρώπων που άλλαξαν τον κόσμο» διά χειρός Ντέιβιντ Μακ Κάλα κυκλοφόρησε προ ημερών στα ελληνικά από τις εκδόσεις Key Books· πρόκειται για ένα βιβλίο που επαινέθηκε ως ένα από τα πολύ καλά non-fiction αναγνώσματα των τελευταίων ετών και πρώτευσε στις λίστες των ευπώλητων των New York Times. Άλλωστε ο Μακ Κάλα είναι κάτοχος δύο βραβείων Πούλιτζερ και θεωρείται εξπέρ στο να αφηγείται αληθινές ιστορίες με μυθιστορηματικό τρόπο. Το «Αδελφοί Ράιτ» κρύβει πίσω του και μια πολυετή έρευνα. Ο Μακ Κάλα στηρίζεται στην αλληλογραφία των αδελφών, επικαλείται μαρτυρίες των παρόντων και παραθέτει σχόλια από εφημερίδες της εποχής, καταφέρνοντας να μας συστήσει τους Ράιτ με έναν τρόπο σχεδόν προσωπικό, σαν να τους είχε γνωρίσει από κοντά. Ολοκληρώνοντας το βιβλίο, νιώθουμε σαν να τους έχουμε γνωρίσει κι εμείς. 

Ο πατέρας της οικογένειας, Μίλτον Ράιτ, ήταν επίσκοπος. Περιγράφεται ως μια στοργική φιγούρα και σταθερά υποστηρικτικός, αν και ως φυσική παρουσία ήταν μονίμως απών. Η μητέρα, Σούζαν Κέρνερ Ράιτ, πέθανε πολύ νέα, το 1889, από φυματίωση. Ο Μακ Κάλα αναφέρει ότι ήταν «χαρωπή και πνευματώδης» και επίσης «μια αληθινή μεγαλοφυΐα στις κατασκευές, ιδίως παιχνιδιών». Οι δύο μεγάλοι γιοι, ο Ρόιχλιν και ο Λόριν, έμεναν μακριά με τις οικογένειές τους. Στο σπίτι της οδού Χόθορν, στο Ντέιτον του Οχάιο, έμεναν τα τρία νεότερα παιδιά της οικογένειας: ο Γουίλμπερ, ο τέσσερα χρόνια μικρότερος Όρβιλ και η Κάθριν, η νεότερη όλων, «κομψή και περιποιημένη» και «παλαιάς κοπής». Ο δυναμικός χαρακτήρας της επηρέασε σημαντικά την καθημερινότητα των αδελφών της, καθώς «πέρναγε πάντα το δικό της». Δεν παντρεύτηκε παρά μόνο σε ηλικία 58 ετών. 

Ο Γουίλμπερ και ο Όρβιλ δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Περιγράφονται από τον Μακ Κάλα ως διαφορετικοί χαρακτήρες, αλλά σε γενικές γραμμές ως δύο άνθρωποι αυτοκόλλητοι. «Έμεναν στο ίδιο σπίτι, δούλευαν μαζί έξι μέρες την εβδομάδα (σ.σ. στο ποδηλατάδικό τους), έτρωγαν μαζί, φύλασσαν τα χρήματά τους σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Ο γραφικός χαρακτήρας τους ήταν πανομοιότυπος και οι φωνές τους έμοιαζαν τόσο που, αν κάποιος τους άκουγε από μακριά, με δυσκολία ξεχώριζε ποιος από τους δύο μιλάει». 

Όπως πετούν τα πουλιά

Από τα νεανικά τους χρόνια ξεχωρίζουν δύο ατυχή περιστατικά. Το πρώτο συνέβη την τελευταία σχολική χρονιά του Γουίλμπερ. Ήταν άριστος μαθητής και σχεδίαζε να φοιτήσει στο Γέιλ, όμως σε έναν αγώνα χόκεϊ ένα παιδί της γειτονιάς τον χτύπησε με το μπαστούνι στο πρόσωπο, σπάζοντάς του όλα τα επάνω μπροστινά δόντια. Εκτός από φρικτούς πόνους και ορισμένες επιπλοκές στην πέψη, το χτύπημα άφησε και ένα βαθύ ψυχολογικό τραύμα στον Γουίλμπερ. Το Γέιλ ξεχάστηκε και τα δύο αδέλφια συνέχισαν να ζουν μαζί. Για την ιστορία, το παιδί που τον είχε χτυπήσει ήταν ο Όλιβερ Κρουκ Χο, ο οποίος στην πορεία της ζωής του δολοφόνησε την οικογένειά του και αρκετούς ακόμα ανθρώπους. 

Το δεύτερο περιστατικό σημειώθηκε το 1896, όταν ο Όρβιλ προσβλήθηκε από τυφοειδή πυρετό. Ο γιατρός ήταν απαισιόδοξος. Καθισμένος στο πλάι του κρεβατιού του, ο Γουίλμπερ άρχισε να διαβάζει μεγαλόφωνα διάφορες ιστορίες για τον περίφημο βίο του Γερμανού Ότο Λίλιενταλ, ο οποίος είχε πρόσφατα σκοτωθεί πέφτοντας με το ανεμόπτερό του από ύψος 15 μέτρων. Το πάθος του Λίλιενταλ για την ανεμοπορία γοήτευσε τους αδελφούς Ράιτ, που άρχισαν να προβληματίζονται για τη μηχανική της πτήσης και ξεκίνησαν να μελετούν το πέταγμα των πτηνών.

Έτσι κι αλλιώς, ήταν μια εποχή που κορυφώνονταν οι προσπάθειες γύρω από το όνειρο της πτήσης. Οι απόπειρες ήταν αμέτρητες, αν και στην πλειονότητά τους κωμικές –ή έστω έτσι μοιάζουν σήμερα–, με τις εφημερίδες να σχολιάζουν χλευαστικά τις πειραματικές κατασκευές των φιλόδοξων αεροπόρων. Οι Ράιτ πίστευαν ότι οι μέχρι τότε αποτυχίες δεν οφείλονταν τόσο σε προβληματικούς εξοπλισμούς όσο στην ελάχιστη εξάσκηση. Ο Λίλιενταλ είχε περάσει στο ανεμόπτερό του μόνο πέντε ώρες σε διάστημα πέντε ετών. Το ζήτημα ήταν η απόκτηση επιδεξιότητας. Έκριναν επίσης καθοριστικό όχι τόσο το ζήτημα της εξύψωσης μιας πτητικής μηχανής στον αέρα όσο της παραμονής της εκεί, της ισορροπίας και του ελέγχου της.  

Το καλοκαίρι του 1899, στο πατάρι του ποδηλατάδικού τους ξεκίνησαν την κατασκευή του πρώτου τους αεροσκάφους, «ενός ιπτάμενου αετού φτιαγμένου από ανοιγμένα καλάμια και χαρτί, με άνοιγμα φτερών ενάμισι μέτρο». Σε όλη τους την πορεία οι Ράιτ είχαν ως μεγάλο πλεονέκτημα την επινοητικότητά τους σε θέματα κατασκευών και την απίθανη επιμονή τους να πετύχουν. Κάθε χρόνο έφευγαν για ένα διάστημα από το σπίτι τους και ταξίδευαν πάνω από 1.000 χιλιόμετρα, μέχρι τις ακτές της Βόρειας Καρολίνας, τον τόπο που είχαν επιλέξει ως κατάλληλο (από άποψη ανέμων και εδάφους) για τις πειραματικές τους πτήσεις. Ήταν ένα μέρος πολύ δύσκολα προσεγγίσιμο, απομονωμένο, αφιλόξενο – τα δύο αδέλφια περιγράφουν ότι πολλές φορές υπέφεραν από επιθέσεις κουνουπιών, τα οποία τους πλησίαζαν σκεπάζοντας τον ουρανό. Αλλά δεν το έβαζαν κάτω. 

Το ωραιότερο θέαμα

Μετά την επιτυχία τους το 1903, οι Ράιτ άρχισαν να γίνονται γνωστοί και ο κόσμος που τύχαινε να παρακολουθήσει κάποια από τις πτήσεις τους έμενε εντυπωσιασμένος. Ένας αυτόπτης μάρτυρας είπε: «Μου αρέσει να σκέφτομαι εκείνο το πρώτο αεροπλάνο και τον τρόπο που πετούσε στον αέρα... όμορφο σαν πουλί. Δεν νομίζω ότι έχω δει ωραιότερο θέαμα στη ζωή μου». Οι αδελφοί Ράιτ συνέχισαν να βελτιώνουν το αεροσκάφος τους και να γίνονται όλο και πιο επιδέξιοι στον χειρισμό του. Λίγα χρόνια αργότερα, μπορούσαν να πετούν για πάνω από μία ώρα και να προσγειώνουν ομαλά τη μετεξέλιξη του Φλάιερ. Ο Γουίλμπερ ταξίδεψε στην Ευρώπη για να διερευνήσει τις προθέσεις της αγοράς, καθώς οι Ευρωπαίοι έμοιαζαν πρόθυμοι να επενδύσουν στο πρότζεκτ. Το κεφάλαιο όπου ο επαρχιώτης Γουίλμπερ από το Οχάιο επισκέπτεται τα μουσεία και τα σαλόνια του Παρισιού είναι από τα πιο διασκεδαστικά του βιβλίου. Αργότερα, οι πτήσεις επίδειξης που έκανε στο Λε Μαν τού χάρισαν πρωτοσέλιδα με αποθεωτικά σχόλια για τις επιδέξιες κινήσεις του και τη φυσικότητα με την οποία το Φλάιερ κινούνταν στον αέρα. Βέβαια η πορεία τους δεν ήταν γεμάτη μόνο με θριάμβους. Σε μια άλλη πτήση επίδειξης το 1908 στη Βιρτζίνια, ο Όρβιλ πέταξε με συνεπιβάτη (ήταν κάτι εφικτό πια) τον υπολοχαγό Τόμας Σέλφριτζ. Το αεροσκάφος συνετρίβη εξαιτίας μιας μηχανικής βλάβης. Ο Όρβιλ τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά επέζησε. Ο Σέλφριτζ σκοτώθηκε. Ήταν η πρώτη ανθρώπινη απώλεια στην ιστορία της μηχανοκίνητης πτήσης. 

Ο Γουίλμπερ πέθανε το 1912, στα 45 του, υποκύπτοντας στον τυφοειδή πυρετό. Ο Όρβιλ έζησε άλλα 35 χρόνια, συνέχισε να πετάει και να βελτιώνει τις κατασκευές του, κέρδισε πολλά χρήματα και φήμη και τον σεβασμό της παγκόσμιας κοινότητας – όταν το 1927 ο Τσαρλς Λίντμπεργκ διέσχισε πετώντας τον Ατλαντικό, επισκέφτηκε το Ντέιτον για να υποβάλει τα σέβη του. Ο Όρβιλ πρόλαβε επίσης να δει την τεράστια πρόοδο της αεροναυπηγικής, είδε τις πτήσεις να εξελίσσονται σε κάτι φυσιολογικό, είδε το φράγμα του ήχου να σπάει. Πρόλαβε, επίσης, να δει τον ρόλο των αεροπλάνων στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και δεν σταμάτησε να εκφράζει την πικρία του. Πέθανε το 1947 από καρδιακή προσβολή. Αντί άλλου σχολίου, ο Μακ Κάλα κλείνει το βιβλίο ως εξής: Όταν ο Νιλ Άρμστρονγκ πατούσε στο φεγγάρι, είχε μαζί του ένα μικρό κομματάκι από το πρώτο εκείνο Φλάιερ των αδελφών Ράιτ.  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ